ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ

Ιουνίου 24, 2008

ΕΙΣΗΓΗΣΗ

ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ

Πολύς λόγος γίνεται το τελευταίο διάστημα για την «Γενιά των 700 ευρώ» από κόμματα (από το ΛΑΟΣ μέχρι τον ΣΥΡΙΖΑ), ΜΜΕ και freepress έντυπα. Πρόκειται για μια προσπάθεια ανάλυσης και κωδικοποίησης της πραγματικότητας ενός μεγάλου κομματιού νέων εργαζομένων/ανέργων που βλέπουν τα όνειρά τους για ένα μέλλον οικονομικής ευμάρειας και υψηλού βιοτικού επιπέδου (όπως ο καθένας το εννοεί) να μην μπορούν να πραγματοποιηθούν. Τι είναι λοιπόν αυτή η «γενιά των 700 ευρώ» που φαίνεται να κερδίζει σιγά σιγά μια θέση στη σφαίρα του δημόσιου διαλόγου και ποια ζητήματα θέτει;

«Η Γενιά των 700€ είναι η σιωπηλή πλειοψηφία της Ελληνικής νεολαίας ανάμεσα στα 25 και στα 35, οι οποίοι δουλεύουν πολύ, πληρώνονται λίγο, είναι υπερχρεωμένοι και ανασφάλιστοι»,

γράφει το σχετικό blog των G700. Η αναφορά τους είναι κατά κύριο λόγο οι νέοι πτυχιούχοι, οι οποίοι αναγκάζονται να «πουλάνε» ολόκληρο το «πακέτο» της προσωπικότητας τους για να διεκδικήσουν μια δουλειά (δηλαδή πέρα από το πτυχίο τους, αναδεικνύουν τον εαυτό τους μέσα από τα hobby τους, τις ιδιαίτερες ευαισθησίες τους, τα ενδιαφέροντα τους κ.α.). Οι «εργάτες της γνώσης», όπως οι ίδιοι τους αποκαλούν, είτε δεν μπορούν να βρουν μια δουλειά που να ανταποκρίνεται στα εργασιακά τους προσόντα, είτε δουλεύουν πολλές ώρες παραμένοντας κακοπληρωμένοι και χωρίς να τους προσφέρονται ευκαιρίες ανέλιξης. Οι G700€ αφήνουν στην άκρη τους χιλιάδες εργαζόμενους που δεν πέρασαν ποτέ από τα πανεπιστήμια αλλά δουλεύουν σε επισφαλείς συνθήκες και τους μετανάστες. Όλοι αυτοί μπορεί να μην είναι οι «εργάτες της γνώσης», αλλά κάτω από τις συνθήκες στις οποίες δουλεύουν αναπτύσσουν και αυτοί κοινωνικές ικανότητες, οι οποίες δεν είναι μετρήσιμες «με πτυχία», αλλά ενσωματώνονται στις γενικότερες δεξιότητες του εργαζομένου (όπως είναι η κοινωνικότητα, ο ευγενικός χαρακτήρας, ο τρόπος ομιλίας, η οδήγηση κ.α.). Οι G700€ θέτουν συνήθως το ζήτημα με καθαρά οικονομικούς όρους, εστιάζοντας στην ακρίβεια και την υποβάθμιση της αγοραστικής δύναμης αυτής της μερίδας νέων εργαζομένων (τι να πρωτοπληρώσει κανείς με 700 ευρώ;) και αποφεύγουν να δουν και να ερμηνεύσουν το πως οι νέες συνθήκες στο εργασιακό τοπίο επηρεάζουν το σύνολο του χρόνου και της ζωής ενός εργαζόμενου. Βασικό τους πρόταγμα είναι η αναδιανομή του πλούτου μεταξύ παλιών και νέων εργαζομένων, κατηγορώντας πολλές φορές ευθέως την «παλιά γενιά» (κυρίως τους δημόσιους υπαλλήλους) ότι ευθύνεται και αυτή για την οικονομική ανέχεια της «νέας». Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα στην άποψη τους για το πρόσφατο θέμα του Ασφαλιστικού, για το οποίο κατηγόρησαν τους παλιούς εργαζόμενους για βόλεμα και αγώνα για την «πάρτη» τους και την κυβέρνηση για ατολμία στο μεταρρυθμιστικό της έργο, αφήνοντας βέβαια στο απυρόβλητο την εργοδοσία. Την ίδια στάση κρατούν και στην κριτική τους προς το κράτος, μια κριτική που δεν θίγει την πλευρά των εργοδοτών, αλλά εστιάζει στην προώθηση της επιχειρηματικότητας και σε ένα νέο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης που θα προσφέρει κίνητρα στους νέους ώστε να εμπλακούν πιο ενεργά στην αγορά. Χαρακτηριστικό της γενικότερης οπτικής τους έιναι το παρακάτω απόσπασμα από το blog των G700:

«Ναι ομολογούμε ότι διεκδικούμε το ευρωπαϊκό όνειρο. Πρότυπό μας και παράδειγμα προς μίμηση αποτελούν οι καλύτερες πρακτικές στην οικονομία, την κοινωνία, την παιδεία και την αγορά εργασίας, των δυτικοευρωπαϊκών κρατών (…) Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου ο ουσιαστικός και συστηματικός δημόσιος διάλογος απουσιάζει ή πνίγεται κάτω από κορώνες και ιδεολογικούς βερμπαλισμούς, εμείς πορευόμαστε με πυξίδα την κοινή λογική. Δεν έχουμε ανάγκη από μία ακόμα θρησκεία, αλλά από αναδιανομή ευκαιριών και πόρων, διεύρυνση των παραγωγικών δυνατοτήτων της Ελλάδας, τεχνολογική εξέλιξη, υποδομές, ποιοτικά συλλογικά αγαθά, και πάνω απ’ όλα επένδυση στην πραγματική γνώση».

Η «γενιά των 700 ευρώ» αποτελεί μια προσπάθεια ανάγνωσης της πραγματικότητας, όπως αυτή προκύπτει μέσα από το πλαίσιο των νέων εργασιακών σχέσεων, όμως το περιεχόμενό της είναι κατά την άποψη μας μερικό, περιοριστικό και σε αρκετά σημεία εχθρικό. Κατ’ αρχήν αναπαρίσταται ένας δημόσιος διάλογος με έναν τεχνητό συνομιλητή (blog G700€) και όχι με το πραγματικό κοινωνικό υποκείμενο που είναι σε μεγάλο βαθμό ανοργάνωτο, δεν εκφράζεται και δε φαίνεται να χωρά στα παραδοσιακά συνδικάτα. Επίσης, αναπαράγεται ο διαχωρισμός ανάμεσα σε μια ελίτ πτυχιούχων που θέλουν να διεκδικήσουν περισσότερα για τους εαυτούς τους και αφήνουν απ’ έξω όλους τους υπόλοιπους που βιώνουν την ίδια συνθήκη και χειρότερα, όπως οι μη πτυχιούχοι και οι μετανάστες. Βλέπουν λοιπόν την επισφάλεια ως ένα ζήτημα που πρέπει να αναγνωρισθεί και να θεσμοποιηθεί από το κράτος και τους εργοδότες, για να γίνει διαχειρίσιμο, για να τεθούν όρια «από τα πάνω» ώστε να μην υπάρξει ριζοσπαστικοποίηση και αγώνες (βλ. την ευρωπαϊκή πολιτική του flexicurity).

Αναγνωρίζουμε και εμείς αυτές τις νέες συνθήκες στο χώρο της εργασίας, τη συνθήκη της επισφάλειας, αλλά δεν μπορούμε να μείνουμε μόνο σε αυτό. Οφείλουμε να μιλήσουμε για όλες της προεκτάσεις που έχει σε κάθε πτυχή της ζωής, να μιλήσουμε δηλαδή για τη συνολικότερη «επισφαλοποίηση» των ζωών μας. Η οποία, πέρα από την αβεβαιότητα της εργασίας, αφορά μια συνολικότερη στρατηγική του κεφαλαίου που επηρεάζει τις ζωές μας, όπως είναι ο μετασχηματισμός του εργασιακού μοντέλου που βάζει σε αμφιβολία ακόμα και τους εργαζόμενους με μία σταθερή εργασία (βλ. ρύθμιση για 65ωρο), όπως είναι η συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας κ.α.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, με τον όρο επισφάλεια δεν μπορούμε παρά να αναφερόμαστε σε όλους. Σίγουρα αναγνωρίζουμε ότι η «επισφαλοποίηση» χτυπά κυρίως την πόρτα των νέων, αλλά όχι αποκλειστικά. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά το ζήτημα του πτυχίου, με τους μη πτυχιούχους να είναι ίσως και σε δυσμενέστερη θέση από τους υπόλοιπους. Επίσης, δεδομένη για εμάς πρέπει να θεωρείται η διεθνιστική και αντιρατσιστική προσέγγιση του ζητήματος της επισφάλειας, με τους μετανάστες να αποτελούν κατεξοχήν επισφαλή φιγούρα. Στόχος μας είναι να αναδείξουμε το ζήτημα στην ολότητά του, ως κοινωνικές σχέσεις που μετασχηματίζονται (εργασιακές, οικογενειακές, κοινωνικές, διαπροσωπικές). Οι συμβάσεις εργασίας, οι υπερωρίες, η κινητικότητα από μια δουλειά και μια ειδικότητα σε άλλη, οι αλλαγές στην ασφάλιση, το να μένει κανείς με τους γονείς τους ως τα 30 ή να συγκατοικεί, το να κάνει φίλους από διάφορες δουλειές ή να έχει αποσπασματικές σχέσεις, όλα αυτά εντάσσονται σε αυτό που ονομάζουμε «επισφαλοποίηση» και επηρεάζουν όλο το φάσμα της ζωής. Ζώντας μέσα σε αυτές τις συνθήκες και έχοντας επιλέξει το δρόμο του αγώνα, βλέπουμε πως απέναντί μας έχουμε το κράτος και τα αφεντικά και όχι την «παλιά γενιά» εργαζομένων. Η κριτική που μπορεί να γίνει στην τελευταία, είναι ότι ως ένα βαθμό επαναπαύτηκε σε αυτά που κέρδισε, εγκλωβίστηκε, ενσωματώθηκε και αφομοιώθηκε, και όχι στο ότι «έχει πολλά» και δεν δέχεται να τα δώσει πίσω. Είναι μια κριτική που μπορεί να γίνει με στόχο την εύρεση των θετικών και ελπιδοφόρων στιγμών αλλά και των αδυναμιών της και την αξιολόγηση των πρακτικών και των επιλογών της.

Σε αυτή τη διαδικασία «επισφαλοποίησης των ζωών μας» υπάρχουν κάποια ζητήματα που επανακαθορίζονται, που επανακαθορίζονται για τα ίδια τα υποκείμενα. Εμείς εντοπίζουμε κάποια από αυτά τα ζητήματα, παρακολουθούμε τις τάσεις με τις οποίες τείνουν να επανακαθοριστούν και σε κάποιες τάσεις βρίσκουμε μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Μερικά παραδείγματα:

– Μόνιμη-σταθερή δουλειά για 40 χρόνια ή εναλλαγή στις εργασίες;

Θεωρούμε ότι το «ιδανικό» της μόνιμης-σταθερής δουλειάς, αν και δεν έχει ατονίσει τελείως (και αυτό φαίνεται από τις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, τους διαγωνισμούς των τραπεζών, τα φροντιστήρια και τους 90.000 υποψήφιους στις πανελλαδικές εξετάσεις κ.α.) έχει αμφισβητηθεί, δεν είναι δηλαδή ένα «ιδανικό» για όλους, δεν είναι μια δεδομένη κοινωνική συνείδηση. Υπάρχει μια σειρά ιστορικών λόγων για αυτό, για την «αμφισβήτηση της μόνιμης-σταθερής εργασίας» στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, όπως π.χ. το ότι στην ελλαδική αγορά εργασίας ήταν πάντα αναπτυγμένη η άτυπη εργασία και ειδικά η «μαύρη» εργασία. Με άλλα λόγια, πολλοί εργαζόμενοι έχουν την εικόνα του «άτυπου εργαζομένου» εμπεδωμένη. Σκεφτείτε μόνο τη λέξη «μεροκάματο», τι σημαίνει, και πόσο εδραιωμένη είναι σαν έννοια μέχρι σήμερα. Επιπλέον, η Ελλάδα είναι χώρα του τριτογενή τομέα (2 στους 3 εργαζόμενους). Η ραγδαία ανάπτυξη του τριτογενή τομέα, των υπηρεσιών, έχει δημιουργήσει επαγγέλματα που συνδέονται ευκολότερα με τα άτυπα εργασιακά καθεστώτα (ενώ στο δευτερογενή τομέα, στη βιομηχανία, είναι πιο εδραιωμένο το μοντέλο του 5μερου-8ωρου). Ακόμα, η μόνιμη-σταθερή εργασία γέννησαν μια σωρεία αγώνων το ‘70 και το ‘80. Γιατί λοιπόν να την προάγουν περισσότερο τα αφεντικά; Για αυτούς και για άλλους λόγους π.χ. επιθυμία κάποιου μέρους της νεολαίας αλλά και πολλών γυναικών να δουλεύουν ευέλικτα, η «μόνιμη-σταθερή δουλειά» έχει αμφισβητηθεί τόσο «από τα κάτω», όσο κυρίως «από τα πάνω», από το κεφάλαιο.

Από την άλλη μεριά, η εναλλαγή στις εργασίες που είναι σίγουρα μια «πιο πλούσια εμπειρία ζωής», επιβάλλεται σήμερα μονομερώς και πολύ βίαια, «από τα πάνω», και δεν είναι παρά σπάνια μια επιλογή των εργαζομένων. Που πρέπει να σταθούμε λοιπόν ανάμεσα στις δύο τάσεις; Τι να επιλέξουμε άραγε από το δίπολο «μόνιμη-σταθερή» ή «ευέλικτη-προσωρινή» εργασία; Το συγκεκριμένο δίλημμα είναι πλαστό. Όπου και αν βρεθούμε, είτε ως «σταθεροί» είτε ως «προσωρινοί», είμαστε αναγκασμένοι να παλέψουμε συλλογικά για καλύτερες συνθήκες, έχοντας πάντα ως μακροπρόθεσμη προοπτική και όραμα την απελευθέρωση από τον εκβιασμό της μισθωτής εργασίας. Και καμιά «σταθερότητα» ή «προσωρινότητα» δεν μπορεί να αφήσουμε να γίνει ο καταλυτικός παράγοντας (θετικός ή αρνητικός) για την οργάνωση και τον αγώνα μας.

– Περισσότερο κράτος, «κράτος πρόνοιας», «κράτος ασφάλειας», ή μορφές κοινωνικής αυτό-οργάνωσης, μη γραφειοκρατικές, μη ιεραρχικές;

Δεν απαξιώνουμε τους αγώνες που π.χ. ζητάνε ένα αυξημένο επίδομα ανεργίας, χρήματα για την Υγεία κ.τ.λ. Μας ενδιαφέρει όμως περισσότερο να στοχοποιούμε την εργοδοσία και λιγότερο να ζητάμε ένα κράτος-προστάτη. Γιατί πως μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι το «περισσότερο κράτος» δεν θα στραφεί ξανά εναντίον μας; Πως είμαστε σίγουροι ότι δεν θα επαναληφθεί η «κρατικοποίηση του ‘80», όταν δηλαδή όλες σχεδόν οι μορφές αυτόνομης κοινωνικής οργάνωσης (εργοστασιακά σωματεία, επιτροπές γειτονιάς, ομάδες γυναικών κ.α.) που ξεπήδησαν στην μεταπολίτευση και ήταν ριζοσπαστικές, ενσωματώθηκαν στις κρατικές δομές και «αφυδατώθηκαν»; Και όσο για την «πρόνοια και ασφάλεια», νομίζουμε ότι τίποτα δεν είναι καλύτερο από τα πλούσια δίκτυα κοινωνικών σχέσεων, από την ύπαρξη κοινωνικών συλλογικοτήτων που αυτοκαθορίζονται χωρίς διαμεσολαβήσεις, που στέκονται απέναντι στο κράτος και την εργοδοσία. Αν επαναπαυτούμε πάνω στο «καλό κράτος» ή τον «καλό εργοδότη»…αργά ή γρήγορα θα βρεθούμε πάλι μόνοι μας…αδύναμοι

– Πυρηνικές, αστικές οικογένειες και δάνεια για σπίτι ή ελεύθερες συμβιώσεις;

Άλλο ένα ενδιαφέρον στοιχείο που επανακαθορίζεται είναι η σύγχρονη «ελληνική» οικογένεια. Το μοντέλο της πυρηνικής οικογένειας, πέρα από τους συναισθηματικούς δεσμούς, είναι και το δεκανίκι της τοπικής οικονομίας και του «κουτσού» κράτους πρόνοιας. Σε ένα μεγάλο ποσοστό οι νέοι εργαζόμενοι (πτυχιούχοι ή μη) παραμένουν στην οικογενειακή εστία μέχρι και τα 30 ή τουλάχιστον μέχρι να «ορθοποδήσουν» οικονομικά και τότε συνήθως αντικαθιστούν την πατρική εστία με μία νέα οικογενειακή εστία που φτιάχνουν οι ίδιοι. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια που τα «οικονομικά περιθώρια» στενεύουν, αυξάνεται και η επιλογή της συγκατοίκησης. Διακρίνουμε δηλαδή και μια κίνηση αλλαγής από τους δεσμούς οικογένειας σε πιο χαλαρούς φιλικούς δεσμούς, πράγμα που είναι πολύ ενδιαφέρον όταν άτομα που βιώνουν παρόμοιες συνθήκες ζωής (εργασίας, χρόνου κτλ.) συγκατοικούν, συζητούν και σχεδιάζουν από κοινού το μέλλον τους, δημιουργώντας έτσι νέες δυναμικές και προοπτικές.

– Ατομική κινητικότητα ή συλλογική οργάνωση όπου και αν βρισκόμαστε;

Ας δούμε την κινητικότητα στην αγορά εργασίας σήμερα. Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι κινούνται στην αγορά εργασίας (και όχι μόνο) ατομικά, εργαλειακά, εφήμερα. Η κινητικότητα από δουλειά σε δουλειά πάει πακέτο με τη συνεχή εναλλαγή διαφορετικών εργασιακών χώρων και την εξατομίκευση του εργαζόμενου, αφού ο ίδιος δεν μπορεί να μείνει σε ένα συγκεκριμένο χώρο για αρκετό διάστημα, ώστε να έρθει σε τριβή με τους συναδέλφους του, να μεταφερθεί η εμπειρία του παρελθόντος και να δημιουργηθεί ένα συλλογικό όραμα για το παρόν και το μέλλον. Παράλληλα, ο εργαζόμενος επιδιώκει κυρίως να πετύχει το ιδιωτικό του όνειρο. Δουλεύει σήμερα εδώ, αύριο εκεί, κακοπληρωμένος, «συμβασιούχος», ανασφάλιστος, ελπίζοντας πως αυτό είναι απλά προσωρινό και κάποια στιγμή θα βρει και αυτός κάτι καλύτερο. Η «επισφαλοποίηση» όμως είναι μια αντιφατική διαδικασία που εμπεριέχει διαφορετικές δυναμικές καταστάσεις. Δηλαδή, ενώ από τη μία φαίνεται ότι η συνεχής κινητικότητα προκαλεί ανασφάλεια, άγχος για το αύριο, δυσκολία να σχεδιάσεις το μέλλον και να έχεις σταθερές αναφορές, από την άλλη φαίνεται να εμπεριέχει και το στοιχείο της δημιουργικότητας, της ενεργητικότητας, και καμιά φορά τα κενά διαστήματα μεταξύ εργασιών αφήνουν χρόνο στον εργαζόμενο για αναστοχασμό στο περιεχόμενο της εργασίας αλλά και της ίδιας της ζωής. Πέρα από το θετικό ή αρνητικό ρόλο της κινητικότητας στους εργαζόμενους (ρόλος που εξαρτάται από ένα πλήθος παραγόντων), το στοίχημα είναι σίγουρα το να υπάρχει συλλογική αυτό-οργάνωση σε κάθε χώρο, σε κάθε δουλειά, να αφήνουμε πίσω μας μια παρακαταθήκη ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ,

ΓΙΑ ΕΜΑΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΠΟΜΕΝΟΥΣ.

Σήμερα λοιπόν που το μοντέλο της κλασσικής συνδικαλιστικής οργάνωσης φαίνεται γερασμένο και ανήμπορο να εμπνεύσει τους εργαζόμενους, αρκετός κόσμος ψάχνει νέες μορφές οργάνωσης και αγώνα στους εργασιακούς του χώρους (ακόμα και με «παλιά υλικά», π.χ.σωματείο). Μερικά παραδείγματα είναι οι συλλογικότητες που έχουν αναπτυχθεί στην Αθήνα από κόσμο που βρίσκεται σε επισφαλείς συνθήκες και που καλέστηκαν για να μοιραστούν την εμπειρία τους μαζί


ΕΚΔΗΛΩΣΗ – ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΟ ΓΑΛΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΑΣ

Ιουνίου 13, 2008

Το έντυπο ΣΤΑΣΗ στο συνεχές τρέξιμο των επισφαλών σχέσεων σας προσκαλεί στην εκδήλωση

Η G700 δεν είναι εικόνα στις ειδήσεις

ΣΤΟ ΓΑΛΑΞΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΑΣ

Δε μιλάμε για λίγα ευρω παραπάνω

αλλά για όλη μας τη ζωή


ΕΚΔΗΛΩΣΗ – ΣΥΖΗΤΗΣΗ με

- κούριερ, ντελιβεράδες, εξωτερικούς υπαλλήλους – οδηγούς

(από το σωματείο Συνέλευση Βάσης Εργαζομένων Οδηγών Δικύκλου Αθήνας)

- Σερβιτόρους – Μάγειρες εργαζόμενους στον επισιτισμό

(από το σωματείο Σερβιτόρων – Μαγείρων της Αθήνας)

- Εμποροϋπαλλήλους

(από το περιοδικό ΡΕΠΟ που εκδίδεται στο χώρο του εμπορίου στην Αθήνα)

- Βιβλιουπαλλήλους

(από την συλλογικότητα Βιβλιοφρικάριος που δραστηριοποιείται στον χώρο του βιβλίου στην Αθήνα)

- Πρωτοβουλίες από τη Θεσσαλονικη

ΣΑΒΒΑΤΟ 21 ΙΟΥΝΗ

20.00 στη ΦΑΜΠΡΙΚΑ ΥΦΑΝΕΤ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


ΣΤΑΣΗ στο συνεχές τρέξιμο των επισφαλών σχέσεων τεύχος νο2 μαης 2008

Ιουνίου 9, 2008


EDITORIAL no2

Ιουνίου 9, 2008

Ελαστική εργασία, μαύρα μεροκάματα, από δουλειά σε δουλειά, συνεχές τρέξιμο, μηδενικές προσδοκίες ή στην καλύτερη μια δουλειά που να μπορώ να τα βγάζω πέρα. Όλοι λίγο-πολύ καταλαβαίνουμε περί τίνος πρόκειται, όλες λίγο πολύ έχουμε βρεθεί σε αυτές τις συνθήκες. Αβεβαιότητα στην εργασία, αβεβαιότητα στην καθημερινότητα, αβεβαιότητα στο τι επιθυμούμε στη ζωή μας. Οι συνθήκες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε ζητάνε όλο και περισσότερα κομμάτια του χρόνου μας που πριν ήταν έξω από το θεσμισμένο 8ωρο. Ζητάνε από το σώμα και το μυαλό μας να είναι σε standby όλη τη διάρκεια της μέρας είτε δουλεύουμε, είτε είμαστε άνεργοι και ψάχνουμε για δουλειά.

Στο θολό αυτό τοπίο της νέας εργασιακής και υπαρξιακής συνθήκης νιώσαμε την ανάγκη να μοιραστούμε εμπειρίες του παρελθόντος και να αρχίσουμε να ανιχνεύουμε νέους τρόπους αντίστασης. Αυτός είναι και ο σκοπός του παρόντος εντύπου. Η ανάδειξη των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε τόσο ως εργαζόμενοι, όσο και ως, γενικότερα, δέσμιοι ενός συστήματος που μας κλέβει το χρόνο και τα όνειρά μας. Θέλουμε να μιλήσουμε και να ονειρευτούμε κάτι περισσότερο από το τι δουλειά θα κάνουμε τον επόμενο μήνα…

Κουβαλώντας όλες αυτές τις εμπειρίες και τους προβληματισμούς βρεθήκαμε τους τελευταίους μήνες και εμείς στους δρόμους μαζί με τα υπόλοιπα κομμάτια του κόσμου που θέλησαν να αντισταθούν στη σφοδρή επίθεση του κράτους και των αφεντικών ενάντια στα ταμεία ασφάλισης των εργαζομένων. Κεκτημένα του εργατικού κινήματος των περασμένων δεκαετιών μπήκαν στο στόχαστρο με το περίφημο νομοσχέδιο για το ασφαλιστικό. Αυξήσεις των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, μείωση των συντάξεων, δυσμενείς αναπροσαρμογές για τις εργαζόμενες μητέρες με ανήλικα παιδιά, αύξηση του αριθμού των απαιτούμενων ενσήμων για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Πόσο πιο άμεση και καταφανής θα μπορούσε να είναι αυτή η επίθεση;

Για άλλη μια φορά, οι κάθε λογής εργατοπατέρες βγήκαν μπροστά προεξαγγέλοντας σκληρούς αγώνες και γενικές απεργίες με το γνωστό εδώ και χρόνια αγωνιστικό- άντε να τελειώνουμε να πάμε για κάνα τσίπουρο- προφίλ τους.

Η πρώτη απεργία και πορεία στις 12 Δεκέμβρη ήταν ενθαρρυντική. Αρκετοί απεργοί, πολύς κόσμος στους δρόμους, έντονη κινητικότητα και μια διάχυτη αίσθηση ότι αυτή η επίθεση δε θα μείνει αναπάντητη, ότι η υπεράσπιση των κεκτημένων είναι τουλάχιστον ζήτημα αξιοπρέπειας. Η συμμετοχή του κόσμου άφηνε μεγάλες προσδοκίες για τη συνέχεια, όταν θα πλησίαζε η κατάθεση του νομοσχεδίου στη βουλή.

Όμως τα πράγματα δεν συμβαίνουν από μόνα τους. Δεν υπάρχουν αγώνες χωρίς υποκείμενα που θα τους οργανώσουν και θα θέσουν ζητήματα για προβληματισμό και συζήτηση στη δημόσια σφαίρα. Ο κόσμος στηρίχθηκε και αφέθηκε για άλλη μια φορά στα χέρια των «ειδικών». – Ναι θα απεργήσω, θα απεργήσουμε, θα κατεβούμε στο δρόμο, θα φωνάξουμε. Όταν όμως καλέσει η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ. Πώς αλλιώς να γίνει; Τι άλλο μπορώ να κάνω; – Με την αδράνειά της η βάση των εργαζομένων στο διάστημα που ακολούθησε μετά την απεργία του Δεκέμβρη, έδωσε στη συνδικαλιστική ηγεσία την πλήρη νομιμοποίηση να μιλά, να ενεργεί και να αποφασίζει για τον αγώνα, το περιεχόμενο, τη μορφή και τα όριά του. Υπό αυτές τις συνθήκες, φτάσαμε στο τραγικό πραγματικά γεγονός, μέχρι την ψήφιση του νομοσχεδίου να έχουν κηρυχθεί από τη ΓΣΕΕ μόνο μία στάση εργασίας στις 12/03 και δύο 24ωρες απεργίες, στις 13/02 και 19/03, κινητοποιήσεις που άρχισαν να διαψεύδουν η μία μετά την άλλη τις προσδοκίες τις οποίες είχε αφήσει στον κόσμο η πορεία/απεργία στις 12 Δεκέμβρη. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα, η πορεία στις 19 Μάρτη, την υποτιθέμενη ημέρα κορύφωσης του αγώνα, να μην έχει καθόλου παλμό, καθώς όλα τα κομμάτια των εργαζομένων είχαν χάσει ήδη κάθε πίστη στον αγώνα και την αποτελεσματικότητά του. Η λογική της ηρωικής ήττας διαπερνούσε όλη την πορεία από την αρχή ως το τέλος της, μια λογική που δεν ταιριάζει σε κόσμο που θέλει να αντισταθεί και να υπερασπιστεί τουλάχιστον τα ήδη κατεκτημένα και θεμελιώδη δικαιώματά του.

Εδώ οφείλουμε να αναφερθούμε σε ορισμένες εξαιρέσεις, όπως αυτές της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ και των ΠΟΕ-ΟΤΑ. Τα συγκεκριμένα σωματεία πραγματοποίησαν πολυήμερες απεργίες, κινήθηκαν και έδρασαν έξω από τη γραμμή που είχαν χαράξει ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ. Παρ’ όλα αυτά, όμως, τόσο λόγω της μερικότητας των διεκδικήσεων τους και της αδυναμίας τους να συνδεθούν με άλλα κοινωνικά κομμάτια, όσο και της μεγάλης επίθεσης που δέχθηκαν από το κράτος, τους απεργοσπαστικούς μηχανισμούς και τα Μ.Μ.Ε. έμειναν αποκομμένα και δεν κατάφεραν να εμπνεύσουν άλλο κόσμο και να εμπνευστούν και οι ίδιοι από αυτόν.

Η μάχη για το ασφαλιστικό κατέληξε σε μια οδυνηρή ήττα για το εργατικό κίνημα. Ανοίγει το δρόμο στο κράτος και τα αφεντικά για την πλήρη αναδιάρθρωση στον τομέα της εργασίας, που συνεχίζεται σήμερα με την προσπάθεια αλλαγής του εργατικού δικαίου. Και η ιστορία αυτού του αγώνα μας θέτει προβληματισμούς. Όχι τόσο για τις κάθε λογής συνδικαλιστικές ηγεσίες, των οποίων η τελική ωμή σύμπραξη με τα αφεντικά θεωρείται πλέον φυσιολογικό γεγονός, αλλά κυρίως, για την αδυναμία των ίδιων των καθημερινών εργαζομένων να βρουν συλλογικά οράματα, να οργανωθούν και να δράσουν. Ένα μεγάλο πλήθος κόσμου, που τρώει τη μισή του ζωή δουλεύοντας για να μπορέσει να ζήσει και όταν δέχεται μια τέτοια επίθεση, στέκεται αμήχανο και ανήμπορο να αντιδράσει. Το ζητούμενο είναι όλος αυτός ο κόσμος να μπορέσει να βρει ένα νέο είδος κοινότητας. Να δημιουργήσει νέους δεσμούς μεταξύ του και να οργανωθεί με μορφές που ο ίδιος θα επιλέξει, μακριά από λογικές εκπροσώπησης και διαμεσολάβησης. Να θέσει ζητήματα, όχι μόνο για τη δουλειά, αλλά συνολικά για τη ζωή, μιας και οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ αυτών των δύο είναι σήμερα πολύ θολές. Το στοίχημα είναι ανοιχτό και δεν μπορούμε παρά να το κερδίσουμε …

Για επικοινωνία :
e-mail : episfaleia@episfaleia.gr
τηλ: 6947234697
website:www.stasi-episfaleia.blogspot.com


ΜΟΥ ΑΡΕΣΟΥΝ ΟΙ ΦΡΑΟΥΛΕΣ

Ιουνίου 9, 2008


Μου αρέσουν οι φράουλες. Πέρυσι αγόραζα μέρα πάρα μέρα. Φέτος, όμως, για κάποιον λόγο όταν βλέπω φράουλες σφίγγεται το στομάχι μου. Όχι γιατί είναι μεταλλαγμένες, που θα μπορούσαν να είναι, αλλά γιατί γνωρίζω, δηλαδή είδα και άκουσα, για κάτι που μέχρι χθες δεν γνώριζα. Και ούτε μπήκα στον κόπο να γνωρίσω από τα πριν.
Εδώ που τα λέμε, κατά κάποιο τρόπο, ήξερα ήδη. Αυτό που ήξερα, ισχύει για κάθε εμπόρευμα, και ονομάζεται εδώ και χρόνια εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας, με αντάλλαγμα χρήματα. Και αυτή την εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας από πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους την ξέρει ο καθένας και η καθεμιά που έτυχε να δουλεύει για το α ή β αφεντικό. Καπιταλισμό το λένε. Και είναι τόσο καλά οργανωμένος που δύσκολα δεν τον βρίσκεις κάπου σήμερα.
Όλοι/ες ξέρουμε, αν και είναι το τελευταίο πράγμα που σκεφτόμαστε, ότι για να φτάσει ένα εμπόρευμα στα ράφια και στους πάγκους των αγορών ή των σούπερ μάρκετ κάποιοι και κάποιες από εμάς πουλάνε τον χρόνο τους. Επίσης αρκετοί/ές μαζί με αυτό το χρόνο πουλάνε και την αξιοπρέπεια τους. Μάλλον δεν τους δίνεται η δυνατότητα καν να την διαπραγματευτούν. Ξέρετε, νοίκια, λογαριασμοί, καθημερινές ανάγκες, άντε και λίγη διασκέδαση τα Σαββατοκύριακα.
Όμως για τις φράουλες, όπως και για τόσα άλλα εμπορεύματα που δεν γνωρίζουμε, είτε γιατί «πέφτει λίγο μακριά» είτε γιατί δεν θέλουμε να γνωρίζουμε, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Στην προκειμένη το «πέφτει λίγο μακριά» ονομάζεται Πελοπόννησος, το εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας ονομάζεται 12ωρα με 2,5 ευρώ την ώρα, το αδιαπραγμάτευτο της αξιοπρέπειας; Τι να λέμε τώρα; Στρατόπεδα εργασίας στην ελληνική επικράτεια είχαμε να δούμε από το ’40. Και όταν λέμε στρατόπεδα κυριολεκτούμε. Περιφραγμένες εγκαταστάσεις διαβίωσης εργατών, υπό την εποπτεία των αφεντικών τους. Έλεγχος της παροχής των μέσων διαβίωσης, εκφοβισμοί και έλεγχος της καθημερινότητας. Καθημερινότητα που δεν είναι παρά κάτι μεταξύ ξύπνα – δούλευε – φάε – ξεκουράσου – και πάλι τα ίδια μέχρι… Μέχρι να τελειώσει η σοδειά, να πάνε οι εργάτες στον αγύριστο, αφού τα ελληνικά στρατόπεδα εργασίας δεν αφορούν τους έλληνες αλλά εκείνους τους «άλλους». Εκείνους τους «επικίνδυνους», τους «κλέφτες», τους «μας παίρνουν τις δουλειές», τους «βιάζουν τις κόρες μας» και άλλα ωραία . Αυτοί οι «άλλοι» όχι απλά δεν θα έπρεπε να διαμαρτύρονται αλλά θα έπρεπε να λεν και ευχαριστώ. Γιατί η τάξη των αφεντικών άμα θέλει παίρνει και τα όπλα, τα πήρε τα όπλα.
Στην Μανωλάδα, που παράγει τις πιο όμορφες φράουλες, τα πουλάκια κελαηδάνε, οι συναθροίσεις στις πλατείες μοιάζουν με θερμά πανηγύρια, τα συρματοπλέγματα χρησιμεύουν μόνο για να απλώνεις ρούχα και τα όπλα στρέφονται άφοβα στα κεφάλια των μεταναστών – γιατί μέσα στο πλέγμα της αιχμαλωσίας τους είχαν το θράσος να ζητήσουν λίγα παραπάνω ευρώ.

Όταν κοιτάω τις φράουλες μου σφίγγεται το στομάχι, γιατί έτσι;


“ΜENΩ ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΜΟΥ” ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΣΤΕΓΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΦΑΛΗ ΖΩΗ

Ιουνίου 9, 2008


Για ένα άνθρωπο που παίρνει 600-700 ευρώ τον μήνα, που τρέχει συνεχώς από δουλειά σε δουλειά, που περιστασιακά μένει άνεργος και κυρίως, για ένα νέο που ψάχνεται κάπως να σταθεί στα πόδια του έξω από την οικογενειακή αγκάλη, η απόκτηση ενός δικού του χώρου για να μείνει είναι μία πάρα πολύ δύσκολη υπόθεση. Με νοίκι στα 200 με 300 ευρώ (περίπου το μισό του βασικού), το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να ζεις για να δουλεύεις, ώστε να τα δίνεις σε νοίκια, λογαριασμούς, φαγητό και τα διάφορα αναλώσιμα. Τα πράγματα σε σχέση με παλιότερα σίγουρα έχουν αλλάξει. Για τους γονείς μας η αγορά ενός σπιτιού ήταν μία υπόθεση, ναι μεν δύσκολη, αλλά πάντως πραγματοποιήσιμη. Οι συνθήκες ζωής βέβαια ήταν διαφορετικές, υπήρχε το δεδομένο της σταθερής δουλειάς και υποτυπώδεις θεσμοί του κοινωνικού κράτους που παρείχαν μία αίσθηση ασφάλειας στον εργαζόμενο. Αυτή η εποχή όμως έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Σήμερα η πραγματικότητα του εξευτελιστικού βασικού μισθού, η εποχικότητα της εργασίας, η αβεβαιότητα για το πού θα βρίσκεσαι στο μέλλον καθιστούν την δυνατότητα αγοράς ενός σπιτιού, χωρίς την οικονομική ενίσχυση της οικογένειας, ένα άπιαστο όνειρο, ενώ το να νοικιάζεις μόνος σου είναι μία πολύ δύσκολη υπόθεση που απαιτεί το σύνολο σχεδόν της ενεργητικότητας και του χρόνου σου. Οι επιλογές που υπάρχουν βασικά είναι δύο: ή να μείνεις με τους γονείς σου μέχρι να «τακτοποιηθείς» ή να συγκατοικήσεις.

Το πρώτο στην Ελλάδα είναι αρκετά συνηθισμένο ως επιλογή, μιας και υπάρχουν πολύ συγκεκριμένες συνθήκες που έχουν να κάνουν με την ιστορία και τη δομή της «ελληνικής» πυρηνικής οικογένειας. Ο θεσμός της οικογένειας βλέπουμε ότι έχει στην Ελλάδα ανάλογο ρόλο με πλευρές του κράτους πρόνοιας που στην βόρεια Ευρώπη δίνει βοηθήματα στέγασης και καλύπτει κάποιες βασικές ανάγκες (εύρεση εργασίας, ιατρική κάλυψη). Πολύς κόσμος μένει σε σπίτι της οικογένειας είτε παίρνει ένα αναγκαίο χρηματικό βοήθημα, είτε όχι. Αυτό συμβαίνει χρονικά είτε μετά το πανεπιστήμιο για αυτούς που σπούδασαν σε άλλη πόλη, είτε νωρίτερα για όλους τους υπόλοιπους.

Μία τέτοια πραγματικότητα αποτελεί για τον καθένα μας, λιγότερο ή περισσότερο, μία πιεστική και αγχωτική συνθήκη. Όλοι ξέρουμε πόσο σημαντικό είναι να έχεις «τον χώρο σου» για να μπορέσεις να κάνεις τα πράγματα που θέλεις. Είναι αναμφισβήτητα βασικό για την ανάπτυξη της προσωπικότητας και την ύπαρξη μία κοινωνικής ζωής που την ορίζεις εσύ. Η βοήθεια που προσφέρει η οικογένεια φαινομενικά αντικαθιστά την αδιαφορία μιας κοινωνίας που προάγει την ατομικότητα. Ουσιαστικά όμως και η οικογένεια νοιάζεται μόνο για το άτομο, «για το παιδί μας», και δεν απαντά στο τι θα γίνει με «τα παιδιά όλου του κόσμου». Σίγουρα, είναι ίσως η πιο βασική κοινότητα αλληλοβοήθειας που έχει απομείνει. Αλλά αυτό δεν σημαίνει τόσο ότι είναι επιλογή, αλλά αποτέλεσμα της ανυπαρξίας άλλων κοινοτήτων αλληλοβοήθειας. Έτσι, αυτό που ισχύει είναι ότι το άτομο, και δη το νέο άτομο, εγκλωβίζεται σε μια «πολύ κλειστή κοινότητα» (3-4 μέλη), όπως αυτή της πυρηνικής οικογένειας. Μιας οικογένειας που –επειδή στην Ελλάδα είναι έντονα δεμένη με τη μικρή ιδιοκτησία (ένα χωράφι, ένα σπίτι, μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση κτλ.)- μπορεί να βοηθήσει τα μέλη της οικονομικά και συναισθηματικά, αλλά αντίστοιχα θα απαιτήσει και κάποιες συγκεκριμένες επιλογές ζωής εκ μέρους τους. Η άρνηση αυτών των επιλογών δεν είναι μια εύκολη υπόθεση, γιατί οι επιπτώσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι μόνο οικονομικές, αλλά και συναισθηματικές (ρήξη με ανθρώπους με τους οποίους έχεις κοινωνικοποιηθεί μαζί για χρόνια, και μάλιστα στα «ευαίσθητα» παιδικά και νεανικά χρόνια). Σε αυτό το σημείο εντοπίζουμε μία ανάγκη εξόδου από την οικογενειακή οικία, μία επιθυμητική κοινωνική κίνηση, που, ούτως ή άλλως, αναζήτα διεξόδους σε αυτήν την επισφαλή συνθήκη.

Η επιλογή του να μένεις με τους γονείς σου δεν είναι, όπως είπαμε, αποτέλεσμα μόνο των οικονομικών αναγκών που πρέπει να καλυφθούν. Η δομή, η «κοινότητα» της πυρηνικής οικογένειας ορίζει ένα σύνολο από αξίες και ιδανικά που εγκλωβίζουν ουσιαστικά τα μέλη της σε ένα συγκεκριμένο τρόπο/μοντέλο ζωής. Αυτές οι αξίες έχουν αναφορά και καθορίζονται σε ένα μεγάλο βαθμό από την ίδια την κοινωνία ως όλον. Αποδεκτή κοινωνικά συμπεριφορά για παράδειγμα είναι η εξής: η έξοδος από την οικογένεια να σημαίνει την μετάβαση σε μια νέα οικογένεια, αυτή που θα δημιουργηθεί από ένα παιδί. Έτσι, για κάποιους από την γενιά των γονιών μας, η παραμονή στην οικογενειακή στέγη προκύπτει από την ανυπαρξία της νέας οικογενειακής δομής στην οποία θα μεταβεί το μέλος της. Παρόλα αυτά, ο λόγος που τείνει να γίνεται πια αποδεκτή σε ένα βαθμό μια διαφορετική επιλογή, όπως αυτή της συγκατοίκησης, είναι γιατί προκύπτει από την αντικειμενικότητα της επισφαλούς πραγματικότητας, και όχι μόνο λόγω της συνειδητής αποδοχής μίας εναλλακτικής μορφής κοινωνικότητας.

Τα τελευταία χρόνια οι συγκατοικήσεις στην Ελλάδα έχουν αρχίσει να εμπεδώνονται στην συνείδηση αρκετού νέου κόσμου, όχι μόνο ως μία αυστηρά «φοιτητική» επιλογή, αλλά ως μία, έστω και προσωρινά, ουσιαστική διέξοδο όσον αφορά το πρόβλημα της στέγασης. Αυτό αποτελεί μία αλλαγή σε σχέση με παλιότερα και ίσως μία τομή στην γενικότερη νοοτροπία σε σχέση με το ζήτημα του «πώς την βγάζω». Εμείς βλέπουμε στην ανάπτυξη όλων αυτών των συμβιωτικών συγκατοικήσεων, την ανάδυση μίας νέας μορφής κοινωνικότητας και μαζί με αυτήν, ίσως και το σπέρμα μίας νέας κοινωνικής συνείδησης. Μια κοινωνικής συνείδησης που λέει ότι δεν είμαστε, και δεν θα είμαστε ποτέ, αυτοί που κάποια στιγμή θα σταματήσουμε να σκεφτόμαστε και να αγχωνόμαστε για το αύριο, αυτοί που μας λέγανε οι γονείς μας ότι θα «εξασφαλιστούμε». Και ούτε το θέλουμε κιόλας με έναν ατομικό τρόπο. Θέλουμε να πάψουμε να εθελοτυφλούμε για να το τι συμβαίνει γύρω μας, με όλους μας, θέλουμε να πάψουμε να ακριβοπληρώνουμε τα ψίχουλα του ατομισμού. Μόνο αν επαν-εφεύρουμε μορφές επικοινωνίας και κοινωνικής αλληλοβοήθειας θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε συμπαγείς δομές, πλούσιες κοινωνικές σχέσεις δηλαδή, με τις οποίες θα καλύψουμε τις ανάγκες μας. Αυτό είναι ένα βήμα. Ένα άλλο είναι η οργάνωση, σε όλα αυτά τα «πεδία», των «στοιχείων» της επισφαλειοποίησης των ζωών μας (π.χ. εργασία) που μας κρατάνε καρφωμένους σε ένα σημείο, που μας απομονώνουν και μας ωθούν κάθε μέρα, λίγο περισσότερο στην παραίτηση και την κατάθλιψη.

Να, λοιπόν, μερικές ενδιαφέρουσες ιδέες: να καλύψουμε συλλογικά τις ανάγκες της στέγασης, αναζητώντας νέους ευέλικτους τρόπους. Με σεβασμό ο ένας στην άλλη, με συμβιωτικές συγκατοικήσεις, με δυναμικούς συλλογικούς διακανονισμούς στα νοίκια, που σε ορισμένες περιοχές έχουν φτάσει σε απίστευτα επίπεδα εκμετάλλευσης. Και, γιατί όχι, με καταλήψεις των άδειων σπιτιών και την μετατροπή τους σε στεγαστικές συλλογικότητες (κάτι που όπως μας δείχνει η Δυτική Ευρώπη, μπορεί να επιτευχθεί για πολλά χρόνια και για ολόκληρες γειτονιές). Να βρεθούμε με φίλους, να οργανωθούμε συλλογικά και να πάρουμε όλα αυτά που μας ανήκουν.


ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ

Ιουνίου 9, 2008

Η γαλλική λέξη syndicat που στα αγγλικά μεταφράζεται ως union αποτέλεσε μια έννοια ορόσημο τα τελευταία 100 τουλάχιστον χρόνια. Οι ενώσεις των εργατών υπήρξαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα το απόσταγμα μακρόχρονων αγώνων και οργανωτικών προσπαθειών. Αποτέλεσαν την οργανωτική μορφή που οι εργαζόμενοι εφηύραν για να σταθούν απέναντι στα αφεντικά και το κράτος. Ο χώρος δουλειάς, ως ένας κατεξοχήν μαζικός χώρος, συνδέθηκε με το συνδικάτο. Το συνδικάτο συμπύκνωσε τη σύγκλιση των ταξικών συμφερόντων των εργαζομένων. Από τη στιγμή που η μισθωτή εργασία άρχισε να επεκτείνεται έπειτα από αιώνες φεουδαρχικών σχέσεων, οι εργάτες διαπίστωσαν ότι μπορούν να προβούν σε συλλογική διαπραγμάτευση και αυτή να γίνει για το δικό τους συμφέρον.

Πέρα όμως από αυτό, πέρα από τη δυνατότητα συλλογικής διαπραγμάτευσης με τον εργοδότη και το κράτος, το συνδικάτο αποτέλεσε μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Οι βραδιές λογοτεχνίας, οι εκδρομές, η οργάνωση συσσιτίων κτλ. από τα συνδικάτα στα σπάργανά τους, ήταν παραδείγματα μιας νέας κοινωνικής οργάνωσης. Μιας μορφής, που αναμφίβολα, υπήρξε η μήτρα αναρίθμητων εξεγέρσεων και το αποκούμπι της ελπίδας για μια ευρεία κοινωνική αλλαγή. Η εικόνα των Αμερικανών εργατών, που δεν ήξεραν να διαβάζουν, να γεμίζουν αίθουσες για να ακούσουν μέλη του συνδικάτου να διαβάζουν ποίηση και λογοτεχνία συμπυκνώνει τη δυναμική για το σύνολο της ζωής που αντιπροσώπευαν οι εργατικές ενώσεις. Το επαναστατικό πρόταγμα ήταν για πάρα πολλά χρόνια συνυφασμένο με το συνδικαλιστικό κίνημα, η παραγωγή ανατρεπτικής πολιτικής γεννιόταν και κυκλοφορούσε στα συνδικάτα. Η γενική απεργία μπορούμε να πούμε ότι, έστω και στιγμιαία, δημιουργούσε μια προβολή όλων των πόθων και των προσδοκιών του επαναστατικού κινήματος: το μπλοκάρισμα της καπιταλιστικής σχέσης με έναν επιθετικό τρόπο από τη μία και την απελευθέρωση του σκλαβωμένου χρόνου από την άλλη. Στιγμές ενός σχεδίου που φαίνονταν να φλερτάρει έντονα με ένα γενικό κοινωνικό μετασχηματισμό.

Μετά από το πρώτο κύμα του επαναστατικού συνδικαλισμού, που σε μεγάλο βαθμό διαπνεόταν από χαρακτηριστικά αυτό-οργάνωσης των εργατών, και αφού το συνδικάτο δεν ανέτρεψε την υπάρχουσα κατάσταση, αποτέλεσε αναμενόμενα «το μήλον της έριδος». Ήταν ένας νέος σχετικά πόλος κοινωνικής εξουσίας στον οποίο ήθελαν να ηγεμονεύσουν τα πολιτικά κόμματα, το κράτος, οι εργοδότες. Αυτό φυσικά συνέβαινε από την αρχή της γένεσης των συνδικάτων, αλλά με την ύφεση των εργατικών αγώνων εντάθηκε. Και έτσι έγινε. Τα συνδικάτα άρχισαν σιγά-σιγά να αποτελούν όχι μορφές οργάνωσης της προλεταριακής επιθετικότητας, αλλά κυρίως μορφές διαμεσολάβησής της, λείανσης των απαιτήσεων των εργαζομένων, «προσγείωσης σε ρεαλιστικούς στόχους» των προσδοκιών για ριζική κοινωνική αλλαγή. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι και τα ταμεία αλληλεγγύης που έστησαν αρχικά οι εργάτες μέσα από το συνδικάτο έγιναν σιγά-σιγά κρατικά ταμεία. Το συνδικάτο περιορίστηκε σε ένα θεσμικό αμορτισέρ απορρόφησης των κραδασμών από τα αντικρουόμενα συμφέροντα των εργαζομένων και των αφεντικών. Πολλές φορές, και ενώ τυπικά το συνδικάτο εκπροσωπούσε τους καταπιεσμένους, είχε στην ουσία μετατραπεί σε ένα μηχανισμό διαφύλαξης της κοινωνικής ειρήνης με το ελάχιστο κοινωνικό κόστος. Παράλληλα, αποτελούσε και ένα μηχανισμό εκκαθάρισης των (ακόμα) ανυπότακτων εργαζομένων. Η αυτοοργανωμένη απεργία, το σπάσιμο της διαμεσολάβησης, δυσφημούνται από το θεσμικό συνδικαλισμό. Τα παραδείγματα απεργιών που σαμποτάρονται όταν γίνονται επικίνδυνες ή αγώνων που ξεπουλιούνται από τα ηγετικά συνδικαλιστικά στελέχη, τόσο στην Ελλάδα, όσο και παντού στον κόσμο αποτελεί κοινό τόπο στη μνήμη όσων αγωνίζονται.

Έτσι σήμερα, η απαξίωση του συνδικάτου ως μιας ανταγωνιστικής στον καπιταλισμό μορφής κοινωνικής οργάνωσης είναι πλέον μεγάλη. Η ταύτιση του συνδικαλισμού με συντεχνιακά αιτήματα και μόνο ξεκινάει τόσο από το ίδιο το κράτος, όσο και από τις εμπειρίες των ίδιων των εργαζομένων. Όσο ο συνδικαλισμός συγκρατούσε την επαναστατική επιθετικότητα, τα συνδικάτα αναγνωρίζονταν ως επίσημος κρατικός συνομιλητής. Σήμερα που η συλλογικοποίηση και ριζοσπαστική δράση φαίνεται να διέρχονται μια βαθιά κρίση, ο συνδικαλισμός δεν έχει αντικείμενο και γι’ αυτό αποκαθηλώνεται και από το ρόλο του μεσολαβητή (τουλάχιστον συγκριτικά με παλιότερα). Το κόστος για τα αφεντικά από συνδικαλιστικές δράσεις είναι συχνά τόσο μικρό, που μπορούν άνετα να κατηγορούν το κράτος για «αναλγησία απέναντι στους απεργούς»…

Το κενό που αφήνει το «κοινωνικό τέλμα» του συνδικάτου είναι καταρχήν ένα κενό πολιτικό και δευτερευόντως ένα κενό στη μορφή οργάνωσης. Η μορφή οργάνωσης των καταπιεσμένων, αντίθετα με διάφορες επαναστατικές δοξασίες, δεν ξεπηδάει ούτε από αρχέγονα ένστικτα, ούτε από κάποια θεϊκή επιφώτιση, αλλά από τις άμεσες κοινωνικές συνθήκες και την ανάγκη συγκεκριμένης απάντησης σε αυτές. Όμως στο μεταβιομηχανικό καπιταλισμό των δυτικών χωρών, που η πίεση του αυτοματισμού έχει διαλύσει τους μαζικούς χώρους εργασίας πολλά φαίνεται να έχουν αλλάξει. Επιπλέον, η άνοδος της ποιότητας ζωής, που με αγώνες επιτεύχθηκε, έγινε η μαύρη τρύπα της μνήμης και την γνώσης των ίδιων των εργαζομένων. Έτσι σήμερα, όλα αυτά που κατακτήθηκαν ροκανίζονται εύκολα από το κράτος και τα αφεντικά, που παίζουν χωρίς (νέο) αντίπαλο.

Στο δίλημμα αν η απάντηση είναι τα παραδοσιακά συνδικάτα ή ο ατομικός αγώνας ανέλιξης, δεν υπάρχει από την πλευρά μας αμηχανία. Απορρίπτουμε το δεύτερο, και θεωρούμε ότι η επιστροφή στον κλασσικό συνδικαλισμό και στους θεσμούς του είναι καταδικασμένη να ενισχύσει πρόσκαιρα μια σοσιαλδημοκρατική – αριστερή ροπή του κράτους και μακροπρόθεσμα θα στραφεί ξανά εναντίον μας, όπως τόσες φορές στο παρελθόν. Έτσι, το ερώτημα μιας κοινωνικής-πολιτικής ανασύνθεσης και μιας μορφής οργάνωσης της είναι επιτακτικό, όσο ποτέ. Και η απάντηση σε αυτή την αναγκαιότητα της εποχής δεν θα είναι το αποτέλεσμα ούτε μια καλής ιδέας, ούτε μιας φαντασμαγορικής προπαγάνδας. Η απάντηση θα είναι το αποτέλεσμα ενός διαρκούς πειραματισμού σε αγώνες μικρούς ή μεγάλους, απ’ όσους θέλουν και δοκιμάζουν να εφεύρουν νέες μορφές οργάνωσης των «από κάτω».

Ίσως να απαιτείται μια μακρά τέτοια περίοδος διάχυσης πειραμάτων αγώνα για να αρχίσει να συγκροτείται κάτι πιο συμπαγές, όπως κάποτε το συνδικάτο. Σε αυτή την προσπάθεια, το τέλος των προσδοκιών των κομμάτων και των ιεραρχικών μηχανισμών δεν λειτουργεί απαραίτητα υπέρ μας. Η κοινωνία των πολιτών (που ο πολιτικός της ορίζοντας δεν φθάνει πέρα από τα όρια ενός πιο ανθρώπινου καπιταλισμού) μεταχειρίζεται ακριβώς αυτήν τη νέα «αμεσοδημοκρατία των ατομισμών». Από τους οικολόγους μπλόγκερς, που απαγορεύουν τα πολιτικά πανό στις διαδηλώσεις τους, μέχρι τη «γενιά των 700€» που παραπονιέται για τους αντιπαραγωγικούς εργαζόμενους των δημοσίων συγκοινωνιών, το στοίχημα μια επανεφεύρευσης του κοινωνικού ανταγωνισμού απομακρύνεται όλο και περισσότερο, όσο η οριζόντια οργάνωση παραμένει μόνο ζήτημα μορφής και όχι και περιεχομένου. Γιατί αυτό που μας λείπει δεν είναι μόνο η περισσότερη συμμετοχή ή η συνδιαχείριση στον καπιταλισμό, αλλά μια συνεκτική και πολλαπλή ταυτόχρονα διαδικασία «εξόδου» σε περιεχόμενο και μορφή, όπως ίσως ήταν το συνδικάτο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα…


ΓΕΝΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΑΣ

Ιουνίου 9, 2008

“Από το 2000 λοιπόν, κάναμε, «επίθεση στο Παρίσι». Το νευραλγικό κέντρο της ταχείας εστίασης, η αντλία με τα δολάρια, ο πιο μεγάλος τζίρος στη χώρα. Πολύ γρήγορα οι κινητοποιήσεις σκλήρυναν τόσο στη McDonald’s όσο και στην Pizza Hut. Οι δύο φίρμες γνώρισαν τις πρώτες τους μεγάλες απεργίες σχεδόν ταυτόχρονα, με λίγες εβδομάδες απόσταση. Φαίνεται πως έφτανε να ανοιχτεί ο δρόμος, να δοθεί το παράδειγμα για να εκφράσουν τη δυσαρέσκεια τους και άλλοι εργαζόμενοι της ταχείας εστίασης. Από μερικές ώρες στάσης εργασίας περάσαμε σε μερικές μέρες, έπειτα σε μερικές βδομάδες και τελικά σε μερικούς μήνες… Μέχρι και 115 μέρες απεργίας στο εστιατόριο McDonald’s της λεωφόρου Στρασβούργου-Σαιν-Ντενί (Οκτώβριος 2001 – Φεβρουάριος 2002)! Κάτι το πρωτοφανές στην καρδιά του Παρισιού, πόσο μάλιστα για του υπάκουους, συνήθως, εργαζόμενους της ταχείας εστίασης”

Τον Ιούνιο του 1993,ο Αμπντέλ Μαμπρουκί, 21 ετών, υπό τον εκβιασμό της επιβίωσης και έχοντας παρατήσει ήδη το σχολείο, προσλαμβάνεται στην Pizza Hut. Ο Αμπντέλ θεώρησε πως μια θέση μερικής απασχόλησης με σύμβαση αορίστου χρόνου ήταν μια πολύ καλύτερη συνθήκη από τις προηγούμενες του προσωρινές δουλείες σε στησίματα/ξεστησίματα εκθέσεων και σε εργοτάξια. Γρήγορα όμως αντιλήφθηκε πως η εργασία σε χώρους ταχείας εστίασης δεν είναι εύκολη υπόθεση.
Η ταχύτητα στην εξυπηρέτηση πατάει πάνω στην εξοντωτική εργασία χιλιάδων «πολυειδικευμένων εργαζομένων» που πρέπει να ξέρουν και υποχρεούνται να μάθουν να κάνουν τα πάντα. Από τις παραγγελίες, μέχρι την παρασκευή και την αποστολή του γεύματος. Εργαζομένων, που η νέα ορολογία των εργασιακών σχέσεων τους θέλει «μερικώς απασχολούμενους» και που προορίζονται να δουλέψουν κυρίως τις ώρες αιχμής για την μεγιστοποίηση του τζίρου των εταιριών.  Οι εργαζόμενοι αυτοί, λοιπόν, εκτός από το πλήθος παράλογων εντολών, κανόνων, πιέσεων που υφίστανται από την διεύθυνση ή τους μάνατζερ των καταστημάτων, έχουν να αντιμετωπίσουν, στις περισσότερες των περιπτώσεων, συνθήκες εργασίας χωρίς τους στοιχειώδεις κανονισμούς ασφάλειας και υγιεινής ( κακής ποιότητας μοτοποδήλατα, έλλειψη σωστού ρουχισμού, έλλειψη χώρων για τους εργαζόμενους κτλ.).

Όλα τα παραπάνω οδηγούν τους νέους εργαζόμενους στο να εγκαταλείπουν αυτές τις δουλείες μετά από ένα-δύο χρόνια και την εταιρία να προσλαμβάνει άλλους πιο παραγωγικούς που ψάχνουν απελπισμένα για δουλειά, ανακυκλώνοντας έτσι το εργατικό της δυναμικό και περιορίζοντας ταυτόχρονα τα περιθώρια κάποιας οργανωμένης αντίστασης.

Ο Αμπντέλ, λόγω πείσματος και λόγω του πόστου που του ανατέθηκε  εξ αιτίας της μυωπίας του (λάντζα), αποφάσισε να μην παραιτηθεί σύντομα από την Pizza Hut αλλά να κάτσει και να οργανώσει όσο γίνεται δυναμικές εστίες αντίστασης ενάντια στην εργοδοσία. Μετατρέποντας το χώρο της λάντζας, όπου έρχονταν σε επαφή με όλους σχεδόν τους εργαζομένους, σε χώρο συνεύρεσης και συζήτησης εν ώρα δουλείας, καταφέρνει να θέσει στους υπόλοιπους εργαζομένους το ζήτημα της σύγκρουσης. Γρήγορα έρχεται σε επαφή με την CGT, τη γαλλική Γενική Συνομοσπονδία Εργαζομένων και το 1996 καθίσταται εκπρόσωπος της σε όλα τα καταστήματα της Pizza Hut.

Στο βιβλίο « Η γενιά της επισφάλειας», που έγραψε ο ίδιος ο Αμπντέλ, περιγράφονται εμπειρίες τόσο μέσα από τους χώρους εργασίας της ταχείας εστίασης και γενικά της επισφαλούς εργασίας όσο και γύρω από τις δυνατότητες οργάνωσης και κινητοποίησης στους χώρους αυτούς. Τίθενται ζητήματα για το πως μπορεί να ξεκινήσει μια δράση, όπως μια απεργία ή διαδήλωση στις μικρές ευέλικτες μονάδες παραγωγής του τριτογενή τομέα. Πως είναι δυνατόν να συντονιστούν οι εργαζόμενοι από διαφορετικά καταστήματα και από διαφορετικές εταιρίες και να δράσουν από κοινού. Πως μπορούν αποτελεσματικά να βελτιωθούν οι όροι τις εργασίας, τα πιεστικά ωράρια, οι παρατυπίες, οι πειθαρχικές διώξεις και οι «με το παραμικρό» απολύσεις. Τέλος αυτό που σκιαγραφείται και αναπτύσσεται ως προβληματική μέσα από την εμπειρία του Αμπντέλ, ως συνδικαλιστή, είναι η εξής: Ποιος είναι ο ρόλος των επίσημων θεσμών (συνδικάτων, κομμάτων, πολιτικών οργανώσεων, μέσων μαζικής ενημέρωσης κτλ.) στην κίνηση των «από τα κάτω», στις πρωτοβουλίες των ίδιων των εργαζομένων για αντίσταση;

Την ελληνική έκδοση του βιβλίου συνυπογράφουν οι εργατικές συλλογικότητες «Βιβλιοφρικάριος», «το Ρεπό», το Σωματείο Σερβιτόρων και Μαγείρων, η Συνέλευση Βάσης Εργαζομένων Οδηγών Δικύκλου και η Ομάδα «Νομάδες Αντιρροής» όπου είχε την πρωτοβουλία για την μετάφραση, έκδοση αλλά και περαιτέρω συλλογικοποίηση αυτής της προσπάθειας με σκοπό να φτάσει σε όσο το δυνατών περισσότερους εργαζόμενους σε παρόμοιες συνθήκες.
Για να το βρείτε επικοινωνήστε με τις συγκεκριμένες ομάδες στην Αθήνα (Http://generationprecaire.blogspot.com)  ή στη Θεσσαλονικη με την συντακτική ομάδα της Στάσης Επισφάλειας

Για την μνήμη…
Τον Απρίλη του 2001 ιδρύεται στην Ελλάδα για πρώτη φορά σωματείο εργαζομένων στην Pizza Hut- γνωστό και ως ΣΕΒΑΧ. Η δράση του επικεντρώθηκε στις συνθήκες εργασίας αλλά και στο ίδιο το δικαίωμα συμμετοχής σε σωματείο. Τον Χειμώνα 2002/2003 η δράση του σωματείου κορυφώνεται με την αναίτια απόλυση εργαζομένων που διαμαρτυρήθηκαν για τα καψόνια που τους βάζουν οι υπεύθυνοι των καταστημάτων. Το κατάστημα του Χαλανδρίου και των Βριλησσίων προχωρούνε σε στάση εργασίας. Το ίδιο βράδυ αποφασίζεται από τη Γενική Συνέλευση του σωματείου απεργία. Ακολουθούν αποφάσεις για απεργία διαρκείας ενώ οργανώνεται καμπάνια για την γνωστοποίηση των αιτημάτων των απεργών. Πραγματοποιούνται συγκεντρώσεις σε άλλα καταστήματα και εκτός Αθήνας, σε Κρήτη και Θεσσαλονίκη. Στις 17/1 πραγματοποιήθηκε τηλεφωνικό σαμποτάζ στο τηλεφωνικό κέντρο της εταιρίας. Τελικά η απεργία , που κράτησε 14 μέρες, έληξε έχοντας ήδη κηρυχθεί παράνομη και καταχρηστική από την εργοδοσία και αφού οι οικονομικές δυνατότητες των απεργών είχαν αγγίξει τα όρια τους.
Εδώ στη Θεσσαλονίκη πρωτοβουλία εργαζομένων σε καταστήματα της Pizza Hut και αλληλέγγυων πραγματοποίησαν πλήθος παρεμβάσεων σε καταστήματα και στους δρόμους της πόλης. Μπορεί αυτοί οι αγώνες να φαίνονται μικροί και η ήττα τους σχεδόν αναμενόμενη, όμως η εμπειρία των ανθρώπων που έχουν συμμετέχει σε αυτούς αποτελούν μια παρακαταθήκη για τους επόμενους και τις επόμενες που θα αποφασίσουν να πάψουν «να κάνουν την πάπια» και θα αντισταθούν συλλογικά και δυναμικά σε κάθε λογής αφεντικά….


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.