Η γαλλική λέξη syndicat που στα αγγλικά μεταφράζεται ως union αποτέλεσε μια έννοια ορόσημο τα τελευταία 100 τουλάχιστον χρόνια. Οι ενώσεις των εργατών υπήρξαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα το απόσταγμα μακρόχρονων αγώνων και οργανωτικών προσπαθειών. Αποτέλεσαν την οργανωτική μορφή που οι εργαζόμενοι εφηύραν για να σταθούν απέναντι στα αφεντικά και το κράτος. Ο χώρος δουλειάς, ως ένας κατεξοχήν μαζικός χώρος, συνδέθηκε με το συνδικάτο. Το συνδικάτο συμπύκνωσε τη σύγκλιση των ταξικών συμφερόντων των εργαζομένων. Από τη στιγμή που η μισθωτή εργασία άρχισε να επεκτείνεται έπειτα από αιώνες φεουδαρχικών σχέσεων, οι εργάτες διαπίστωσαν ότι μπορούν να προβούν σε συλλογική διαπραγμάτευση και αυτή να γίνει για το δικό τους συμφέρον.
Πέρα όμως από αυτό, πέρα από τη δυνατότητα συλλογικής διαπραγμάτευσης με τον εργοδότη και το κράτος, το συνδικάτο αποτέλεσε μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Οι βραδιές λογοτεχνίας, οι εκδρομές, η οργάνωση συσσιτίων κτλ. από τα συνδικάτα στα σπάργανά τους, ήταν παραδείγματα μιας νέας κοινωνικής οργάνωσης. Μιας μορφής, που αναμφίβολα, υπήρξε η μήτρα αναρίθμητων εξεγέρσεων και το αποκούμπι της ελπίδας για μια ευρεία κοινωνική αλλαγή. Η εικόνα των Αμερικανών εργατών, που δεν ήξεραν να διαβάζουν, να γεμίζουν αίθουσες για να ακούσουν μέλη του συνδικάτου να διαβάζουν ποίηση και λογοτεχνία συμπυκνώνει τη δυναμική για το σύνολο της ζωής που αντιπροσώπευαν οι εργατικές ενώσεις. Το επαναστατικό πρόταγμα ήταν για πάρα πολλά χρόνια συνυφασμένο με το συνδικαλιστικό κίνημα, η παραγωγή ανατρεπτικής πολιτικής γεννιόταν και κυκλοφορούσε στα συνδικάτα. Η γενική απεργία μπορούμε να πούμε ότι, έστω και στιγμιαία, δημιουργούσε μια προβολή όλων των πόθων και των προσδοκιών του επαναστατικού κινήματος: το μπλοκάρισμα της καπιταλιστικής σχέσης με έναν επιθετικό τρόπο από τη μία και την απελευθέρωση του σκλαβωμένου χρόνου από την άλλη. Στιγμές ενός σχεδίου που φαίνονταν να φλερτάρει έντονα με ένα γενικό κοινωνικό μετασχηματισμό.
Μετά από το πρώτο κύμα του επαναστατικού συνδικαλισμού, που σε μεγάλο βαθμό διαπνεόταν από χαρακτηριστικά αυτό-οργάνωσης των εργατών, και αφού το συνδικάτο δεν ανέτρεψε την υπάρχουσα κατάσταση, αποτέλεσε αναμενόμενα «το μήλον της έριδος». Ήταν ένας νέος σχετικά πόλος κοινωνικής εξουσίας στον οποίο ήθελαν να ηγεμονεύσουν τα πολιτικά κόμματα, το κράτος, οι εργοδότες. Αυτό φυσικά συνέβαινε από την αρχή της γένεσης των συνδικάτων, αλλά με την ύφεση των εργατικών αγώνων εντάθηκε. Και έτσι έγινε. Τα συνδικάτα άρχισαν σιγά-σιγά να αποτελούν όχι μορφές οργάνωσης της προλεταριακής επιθετικότητας, αλλά κυρίως μορφές διαμεσολάβησής της, λείανσης των απαιτήσεων των εργαζομένων, «προσγείωσης σε ρεαλιστικούς στόχους» των προσδοκιών για ριζική κοινωνική αλλαγή. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι και τα ταμεία αλληλεγγύης που έστησαν αρχικά οι εργάτες μέσα από το συνδικάτο έγιναν σιγά-σιγά κρατικά ταμεία. Το συνδικάτο περιορίστηκε σε ένα θεσμικό αμορτισέρ απορρόφησης των κραδασμών από τα αντικρουόμενα συμφέροντα των εργαζομένων και των αφεντικών. Πολλές φορές, και ενώ τυπικά το συνδικάτο εκπροσωπούσε τους καταπιεσμένους, είχε στην ουσία μετατραπεί σε ένα μηχανισμό διαφύλαξης της κοινωνικής ειρήνης με το ελάχιστο κοινωνικό κόστος. Παράλληλα, αποτελούσε και ένα μηχανισμό εκκαθάρισης των (ακόμα) ανυπότακτων εργαζομένων. Η αυτοοργανωμένη απεργία, το σπάσιμο της διαμεσολάβησης, δυσφημούνται από το θεσμικό συνδικαλισμό. Τα παραδείγματα απεργιών που σαμποτάρονται όταν γίνονται επικίνδυνες ή αγώνων που ξεπουλιούνται από τα ηγετικά συνδικαλιστικά στελέχη, τόσο στην Ελλάδα, όσο και παντού στον κόσμο αποτελεί κοινό τόπο στη μνήμη όσων αγωνίζονται.
Έτσι σήμερα, η απαξίωση του συνδικάτου ως μιας ανταγωνιστικής στον καπιταλισμό μορφής κοινωνικής οργάνωσης είναι πλέον μεγάλη. Η ταύτιση του συνδικαλισμού με συντεχνιακά αιτήματα και μόνο ξεκινάει τόσο από το ίδιο το κράτος, όσο και από τις εμπειρίες των ίδιων των εργαζομένων. Όσο ο συνδικαλισμός συγκρατούσε την επαναστατική επιθετικότητα, τα συνδικάτα αναγνωρίζονταν ως επίσημος κρατικός συνομιλητής. Σήμερα που η συλλογικοποίηση και ριζοσπαστική δράση φαίνεται να διέρχονται μια βαθιά κρίση, ο συνδικαλισμός δεν έχει αντικείμενο και γι’ αυτό αποκαθηλώνεται και από το ρόλο του μεσολαβητή (τουλάχιστον συγκριτικά με παλιότερα). Το κόστος για τα αφεντικά από συνδικαλιστικές δράσεις είναι συχνά τόσο μικρό, που μπορούν άνετα να κατηγορούν το κράτος για «αναλγησία απέναντι στους απεργούς»…
Το κενό που αφήνει το «κοινωνικό τέλμα» του συνδικάτου είναι καταρχήν ένα κενό πολιτικό και δευτερευόντως ένα κενό στη μορφή οργάνωσης. Η μορφή οργάνωσης των καταπιεσμένων, αντίθετα με διάφορες επαναστατικές δοξασίες, δεν ξεπηδάει ούτε από αρχέγονα ένστικτα, ούτε από κάποια θεϊκή επιφώτιση, αλλά από τις άμεσες κοινωνικές συνθήκες και την ανάγκη συγκεκριμένης απάντησης σε αυτές. Όμως στο μεταβιομηχανικό καπιταλισμό των δυτικών χωρών, που η πίεση του αυτοματισμού έχει διαλύσει τους μαζικούς χώρους εργασίας πολλά φαίνεται να έχουν αλλάξει. Επιπλέον, η άνοδος της ποιότητας ζωής, που με αγώνες επιτεύχθηκε, έγινε η μαύρη τρύπα της μνήμης και την γνώσης των ίδιων των εργαζομένων. Έτσι σήμερα, όλα αυτά που κατακτήθηκαν ροκανίζονται εύκολα από το κράτος και τα αφεντικά, που παίζουν χωρίς (νέο) αντίπαλο.
Στο δίλημμα αν η απάντηση είναι τα παραδοσιακά συνδικάτα ή ο ατομικός αγώνας ανέλιξης, δεν υπάρχει από την πλευρά μας αμηχανία. Απορρίπτουμε το δεύτερο, και θεωρούμε ότι η επιστροφή στον κλασσικό συνδικαλισμό και στους θεσμούς του είναι καταδικασμένη να ενισχύσει πρόσκαιρα μια σοσιαλδημοκρατική – αριστερή ροπή του κράτους και μακροπρόθεσμα θα στραφεί ξανά εναντίον μας, όπως τόσες φορές στο παρελθόν. Έτσι, το ερώτημα μιας κοινωνικής-πολιτικής ανασύνθεσης και μιας μορφής οργάνωσης της είναι επιτακτικό, όσο ποτέ. Και η απάντηση σε αυτή την αναγκαιότητα της εποχής δεν θα είναι το αποτέλεσμα ούτε μια καλής ιδέας, ούτε μιας φαντασμαγορικής προπαγάνδας. Η απάντηση θα είναι το αποτέλεσμα ενός διαρκούς πειραματισμού σε αγώνες μικρούς ή μεγάλους, απ’ όσους θέλουν και δοκιμάζουν να εφεύρουν νέες μορφές οργάνωσης των «από κάτω».
Ίσως να απαιτείται μια μακρά τέτοια περίοδος διάχυσης πειραμάτων αγώνα για να αρχίσει να συγκροτείται κάτι πιο συμπαγές, όπως κάποτε το συνδικάτο. Σε αυτή την προσπάθεια, το τέλος των προσδοκιών των κομμάτων και των ιεραρχικών μηχανισμών δεν λειτουργεί απαραίτητα υπέρ μας. Η κοινωνία των πολιτών (που ο πολιτικός της ορίζοντας δεν φθάνει πέρα από τα όρια ενός πιο ανθρώπινου καπιταλισμού) μεταχειρίζεται ακριβώς αυτήν τη νέα «αμεσοδημοκρατία των ατομισμών». Από τους οικολόγους μπλόγκερς, που απαγορεύουν τα πολιτικά πανό στις διαδηλώσεις τους, μέχρι τη «γενιά των 700€» που παραπονιέται για τους αντιπαραγωγικούς εργαζόμενους των δημοσίων συγκοινωνιών, το στοίχημα μια επανεφεύρευσης του κοινωνικού ανταγωνισμού απομακρύνεται όλο και περισσότερο, όσο η οριζόντια οργάνωση παραμένει μόνο ζήτημα μορφής και όχι και περιεχομένου. Γιατί αυτό που μας λείπει δεν είναι μόνο η περισσότερη συμμετοχή ή η συνδιαχείριση στον καπιταλισμό, αλλά μια συνεκτική και πολλαπλή ταυτόχρονα διαδικασία «εξόδου» σε περιεχόμενο και μορφή, όπως ίσως ήταν το συνδικάτο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα…
