ΜΟΥ ΑΡΕΣΟΥΝ ΟΙ ΦΡΑΟΥΛΕΣ

Ιουνίου 9, 2008


Μου αρέσουν οι φράουλες. Πέρυσι αγόραζα μέρα πάρα μέρα. Φέτος, όμως, για κάποιον λόγο όταν βλέπω φράουλες σφίγγεται το στομάχι μου. Όχι γιατί είναι μεταλλαγμένες, που θα μπορούσαν να είναι, αλλά γιατί γνωρίζω, δηλαδή είδα και άκουσα, για κάτι που μέχρι χθες δεν γνώριζα. Και ούτε μπήκα στον κόπο να γνωρίσω από τα πριν.
Εδώ που τα λέμε, κατά κάποιο τρόπο, ήξερα ήδη. Αυτό που ήξερα, ισχύει για κάθε εμπόρευμα, και ονομάζεται εδώ και χρόνια εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας, με αντάλλαγμα χρήματα. Και αυτή την εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας από πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους την ξέρει ο καθένας και η καθεμιά που έτυχε να δουλεύει για το α ή β αφεντικό. Καπιταλισμό το λένε. Και είναι τόσο καλά οργανωμένος που δύσκολα δεν τον βρίσκεις κάπου σήμερα.
Όλοι/ες ξέρουμε, αν και είναι το τελευταίο πράγμα που σκεφτόμαστε, ότι για να φτάσει ένα εμπόρευμα στα ράφια και στους πάγκους των αγορών ή των σούπερ μάρκετ κάποιοι και κάποιες από εμάς πουλάνε τον χρόνο τους. Επίσης αρκετοί/ές μαζί με αυτό το χρόνο πουλάνε και την αξιοπρέπεια τους. Μάλλον δεν τους δίνεται η δυνατότητα καν να την διαπραγματευτούν. Ξέρετε, νοίκια, λογαριασμοί, καθημερινές ανάγκες, άντε και λίγη διασκέδαση τα Σαββατοκύριακα.
Όμως για τις φράουλες, όπως και για τόσα άλλα εμπορεύματα που δεν γνωρίζουμε, είτε γιατί «πέφτει λίγο μακριά» είτε γιατί δεν θέλουμε να γνωρίζουμε, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Στην προκειμένη το «πέφτει λίγο μακριά» ονομάζεται Πελοπόννησος, το εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας ονομάζεται 12ωρα με 2,5 ευρώ την ώρα, το αδιαπραγμάτευτο της αξιοπρέπειας; Τι να λέμε τώρα; Στρατόπεδα εργασίας στην ελληνική επικράτεια είχαμε να δούμε από το ’40. Και όταν λέμε στρατόπεδα κυριολεκτούμε. Περιφραγμένες εγκαταστάσεις διαβίωσης εργατών, υπό την εποπτεία των αφεντικών τους. Έλεγχος της παροχής των μέσων διαβίωσης, εκφοβισμοί και έλεγχος της καθημερινότητας. Καθημερινότητα που δεν είναι παρά κάτι μεταξύ ξύπνα – δούλευε – φάε – ξεκουράσου – και πάλι τα ίδια μέχρι… Μέχρι να τελειώσει η σοδειά, να πάνε οι εργάτες στον αγύριστο, αφού τα ελληνικά στρατόπεδα εργασίας δεν αφορούν τους έλληνες αλλά εκείνους τους «άλλους». Εκείνους τους «επικίνδυνους», τους «κλέφτες», τους «μας παίρνουν τις δουλειές», τους «βιάζουν τις κόρες μας» και άλλα ωραία . Αυτοί οι «άλλοι» όχι απλά δεν θα έπρεπε να διαμαρτύρονται αλλά θα έπρεπε να λεν και ευχαριστώ. Γιατί η τάξη των αφεντικών άμα θέλει παίρνει και τα όπλα, τα πήρε τα όπλα.
Στην Μανωλάδα, που παράγει τις πιο όμορφες φράουλες, τα πουλάκια κελαηδάνε, οι συναθροίσεις στις πλατείες μοιάζουν με θερμά πανηγύρια, τα συρματοπλέγματα χρησιμεύουν μόνο για να απλώνεις ρούχα και τα όπλα στρέφονται άφοβα στα κεφάλια των μεταναστών – γιατί μέσα στο πλέγμα της αιχμαλωσίας τους είχαν το θράσος να ζητήσουν λίγα παραπάνω ευρώ.

Όταν κοιτάω τις φράουλες μου σφίγγεται το στομάχι, γιατί έτσι;


Επισφάλεια, κινητικότητα και μετανάστευση

Μαρτίου 20, 2008

Τα τελευταία χρόνια πολλοί άνθρωποι στην Ευρώπη έχουν αρχίσει να οργανώνονται γύρω από την έννοια της επισφάλειας. Η επισφάλεια έχει προκύψει από τη μεγενθυνόμενη πραγματικότητα της περιστασιακής, ευέλικτης, εποχιακής εργασίας, καθώς και από τη διάβρωση των παραδοσιακών θεσμών που παρείχαν μια αίσθηση ασφάλειας στον πολίτη, όπως η δημόσια υγεία, οι συντάξεις, η μόνιμη σταθερή εργασία, τα συνδικάτα κλπ. Είναι μια συνθήκη η οποία επιβάλλεται όλο και περισσότερο σε πολλούς ανθρώπους κυρίως νέους, αλλά όχι μόνο. Παράλληλα υπάρχουν κάποιοι για τους οποίους το «ζειν επισφαλώς» δεν είναι απλά μια αδιέξοδη πραγματικότητα αλλά αποτελεί μια επιλογή ζωής για την οποία αξίζει να αγωνίζεσαι συλλογικά για να λειτουργήσεις μέσα σε αυτήν.

Η συνθήκη της επισφάλειας διαμορφώθηκε ιστορικά ως απάντηση του κεφαλαίου στο αίτημα των εργαζομένων της δεκαετίας του ’70 για περισσότερο ελεύθερο χρόνο και ευελιξία σε αντιπαράθεση με το ιδανικό της μίας σταθερής δουλειάς για μια ολόκληρη ζωή. Γι’ αυτό τον λόγο η επισφάλεια δε συνδέεται με τη μόνιμη εργασία, τη σταθερή στέγαση αλλά με μια συνθήκη μεταβολής και κινητικότητας. Όλο αυτό έχει δύο όψεις, μία αρνητική και μία θετική.

Από τη μια μεριά η έννοια της επισφάλειας περιγράφει τη μεταβολή από μια σταθερή, εξασφαλισμένη, μόνιμη εργασία σε συνθήκες κακοπληρωμένης, αβέβαιης εργασίας. Με αυτή την οπτική η έννοια της επισφάλειας εστιάζει στην αδυναμία του να αποφασίζει κανείς για το βαθμό σιγουριάς που θέλει να έχει στην ζωή του και κατ’ επέκταση στο κατά πόσο είναι ελεύθερος να παίρνει τις αποφάσεις που τον αφορούν. Από την άλλη μεριά, η επισφάλεια, μέσα στην αβεβαιότητα που τη διακρίνει, δημιουργεί τις συνθήκες για νέες μορφές δημιουργικής οργάνωσης των ανθρώπων που επιζητούν να δεχτούν και να εκμεταλλευθούν την εγγενή ευελιξία των κοινωνικών και παραγωγικών δικτύων. Εκεί μπορεί να εντοπίσει κανείς ένα ελπιδοφόρο ποιοτικό χαρακτηριστικό. Βλέπουμε ότι αυτό που απασχολεί έναν νέο που ζει σε επισφαλείς συνθήκες δεν είναι τόσο πολύ αν θα πάρει μισό ευρώ παραπάνω ή αν απλά θα εργάζεται σώνει και καλά ασφαλισμένος. Όλα αυτά είναι σίγουρα σημαντικά, δεν υπάρχει αμφιβολία. Όμως παρατηρούμε ότι τα βαθύτερα ερωτήματα και ανησυχίες που υπάρχουν σε νέο κόσμο γύρω μας «που συναντάνε τα δύσκολα», που αρχίζει να επισφαλειοποιείται η ζωή τους, έχουν να κάνουν με το «κατά πόσο μπορεί να είναι κανείς δημιουργικός με αυτά που κάνει», «να βρίσκει μία προοπτική, ένα νόημα», με δύο λόγια να νοιώθει ότι είναι ελεύθερος να οικειοποιηθεί το χρόνο της ζωής του. Σε αυτά τα ερωτήματα βρίσκονται οι δυνατότητές μας. Με αυτή την έννοια η επισφάλεια είναι κάτι παραπάνω από μία θέση στην αγορά εργασίας και διατρέχει ένα ευρύ φάσμα εργασιακών θέσεων, τρόπων ζωής και υπαρξιακών φιγούρων.

Η φιγούρα του μετανάστη χωρίς χαρτιά είναι παραδειγματική μιας τέτοιας κατηγορίας, αφού η προσωρινή, εποχιακή, ανασφαλής συνθήκη εργασίας αποτελεί κανόνα ζωής. Επιπλέον η απόφαση του μετανάστη να ζει σε συνθήκες συνεχόμενης κινητικότητας δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με οικονομικούς όρους π.χ την ανάγκη για υψηλότερους μισθούς. Η απόφαση για μετανάστευση σημαίνει σημαντικές ψυχολογικές και συναισθηματικές θυσίες, όπως η απομάκρυνση από τα αγαπημένα πρόσωπα και την ασφάλεια που προσφέρουν, ριζικές αποφάσεις που αποκόπτουν έναν άνθρωπο από τους δεσμούς του παρελθόντος του και τον βάζουν σε έναν αγώνα για κοινωνική προσαρμογή σε συνθήκες εθνικών διαχωρισμών, ρατσισμού και ξενοφοβίας. Μια τέτοια απόφαση εμπεριέχει την βαθύτερη θέληση για μια καλύτερη ζωή και έχει την προοπτική να αποτελέσει μια δημιουργική κοινωνική δύναμη που έμπρακτα ξεπερνάει τους περιορισμούς που θέτουν τα εθνικά συμφέροντα, τα κράτη και τα σύνορα.

Και τα ξεπερνάει τη στιγμή που το κράτος έχει επιστρατεύσει ένα πρωτοφανές σύστημα ελέγχου συνόρων (φράχτες, κάμερες, νάρκες, λιμενικό, προπαγάνδα, οικονομικά κίνητρα για τις χώρες πομπούς) και τεχνολογία του εγκλεισμού (στρατόπεδα κράτησης που λειτουργούν σαν μικρά Γκουαντάναμο) για να ελέγξει τις ροές της μεταναστευτικής εργασίας. Επίσης εκμεταλλεύεται κάθε δυνατό επιχείρημα για να δικαιολογήσει τα εμπόδια που βάζει στην κίνηση των μεταναστών, από τη σχετική με τα ανθρώπινα δικαιώματα καταπολέμηση του trafficking μέχρι την προστασία του περιβάλλοντος. Οι μετανάστες όλο και περισσότερο αναγκάζονται να ακολουθούν μεταναστευτικές οδούς που είναι μακρύτερες και πιο επικίνδυνες και αυτό συμβαίνει σε μία περίοδο που η υποτίμηση και η επισφαλειοποίηση που χαρακτηρίζουν την μεταναστευτική εργασία τείνουν να εγκολπώνουν την εργασία ως ολότητα. Η κινητικότητα των μεταναστών είναι μία από της όψεις της ευελιξίας του καπιταλισμού σήμερα.

Επιπλέον σε αυτό το σημείο έχει ενδιαφέρον να δούμε ένα επιχείρημα του γάλλου οικονομολόγου Moulier Boutang το οποίο ανάγει το ζήτημα της μεταναστευτικής κινητικότητας σε πρωτεύουσας σημασίας για τη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος. Σύμφωνα με τον Βoutang oι μορφές δεσμευμένης και υποδουλωμένης εργασίας π.χ η σκλαβιά κάθε άλλο παρά έχουν εξαλειφθεί στη σύγχρονη εποχή. Έπαιζαν και συνεχίζουν να παίζουν βασικό ρόλο στην καπιταλιστική συσσώρευση καθώς προκύπτουν από την προσπάθεια του κεφαλαίου να ελέγξει τη φυγή των εργατών. Έτσι καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στις μέρες μας η προσπάθεια ελέγχου της μεταναστευτικής κινητικότητας αποτελεί την κινητοποιούσα δύναμη του καπιταλιστικού συστήματος το οποίο, γι’ αυτό το σκοπό, έχει δημιουργήσει μία σειρά διοικητικών μηχανισμών όπως τα στρατόπεδα κράτησης μεταναστών.

Ανακεφαλαιώνοντας παρατηρούμε ότι η επισφάλεια δεν είναι μία παγιωμένη ταυτότητα συνδεδεμένη μόνο με την εργασία αλλά αποτελεί μία εξελισσόμενη συνθήκη, η οποία επεκτείνεται σε έναν αριθμό εργασιακών πρακτικών καθιστώντας ευρύτερα τις κοινωνικές σχέσεις ως επισφαλείς. Τέτοιες σχέσεις συναντάμε ιδιαίτερα έντονες στην φιγούρα του μετανάστη χωρίς χαρτιά και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό να το υπογραμμίσουμε, όχι για να εφεύρουμε ένα νέο επαναστατικό υποκείμενο ή το εξέχον κοινωνικό κομμάτι της επισφάλειας, αλλά για να ψηλαφίσουμε τις συνδέσεις, συμμαχίες και δεσμούς μεταξύ κοινωνικών ομάδων που διαφορετικά φαίνονται να είναι διαχωρισμένες.


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.