EDITORIAL

Απριλίου 7, 2009

Εδώ και µερικούς µήνες υπάρχει µία διαρκής κουβέντα γύρω από την οικονοµική κρίση και τις διάφορες πτυχές της. Τα τηλεοπτικά κανάλια προβάλλουν καθηµέρινα το θέµα: µιλάνε για επιχειρήσεις που κλείνουν, για µαζικές απολύσεις εργαζοµένων, για τιµές που αυξάνονται…Έχουν αναλάβει τον ρόλο της ιδεολογικής διαχείρησης της κρίσης δίνοντας την εικόνα ότι ανήκει σε όλους µας. Όλοι µας ευθυνόµαστε και πρέπει να βοηθήσουµε να βγούµε από αυτήν. Μέσα σε αυτό το κλίµα φόβου και γενικευµένης ανασφάλειας, από την οθόνη της τηλεόρασης και τις εφηµερίδες, καθηµερινά εµφανίζονται ειδικοί που µέσα από την «αντικειµενικότητα της επιστήµης» µάς εξηγούν ότι πρόκειται για µία δύσκολη περίοδο και θα πρέπει όλοι µαζί να την υποµείνουµε, µε απώτερο στόχο τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης. Και ποιοί είµαστε εµείς που περνάµε αυτή την κρίση…;

Κρίση περνάει ο καπιταλισµός… Βέβαια, αυτοί που την πληρώνουν είναι όσες και όσοι ζουν σε έναν καπιταλιστικό κόσµο. Αυτές είναι που θα απολυθούν, αυτές είναι που θα µείνουν απλήρωτες για µήνες ή θα δουλεύουν αναγκαστικά λιγότερες ώρες, ώστε να µειωθεί ο µισθός τους, ενώ µπορεί να νιώθουν ότι το αφεντικό τούς κάνει χάρη που δεν τις απέλυσε. Μια τέτοια κατάσταση οδηγεί όλο και περισσότερο σε µία βίαιη υποβάθµιση των όρων ζωής. Το µέλλον φαντάζει όλο και πιο αβέβαιο.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίµα, όµως, ζήσαµε και την εµπειρία των ηµερών του δεκέµβρη που είχαν εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά και µέσα σε αυτές είδαµε ότι διαφορετικές καταστάσεις είναι δυνατό να βιωθούν. Ο δρόµος ήταν για αρκετές µέρες το πεδίο συνάντησης ανθρώπων που, µέχρι τότε, δεν έτυχε να συνευρεθούν αλλού και να µοιραστούν τις αρνήσεις τους. Και βρίκονταν εκεί για µέρες, χωρίς κανέναν από τα πάνω σχεδιασµό και χωρίς αιτήµατα.

Οι άνθρωποι µε τους οποίους συναντηθήκαµε ήταν πολλοί και πολύ διαφορετικοί µεταξύ τους. Κανένας δεν κουβαλούσε µία µόνο ταυτότητα, δεν ήταν µονάχα αριστερός, εργαζόµενος, µαθήτρια, γυναίκα, δάσκαλος, άνεργη, µετανάστρια, γονιός, φοιτήτρια, αναρχικός. Ενώ, όσο είµασταν µαζί στο δρόµο, οι ταυτότητες έµοιαζαν να χάνουν όλο και περισσότερο το νόηµά τους. Όλοι εµείς βιώνουµε καθηµερινά την καταπίεση της εξουσίας µε πολλαπλές µορφές. Και οι λόγοι που µας ώθησαν στο δρόµο ίσως ήταν φαινοµενικά απροσδιόριστοι… ή ίσως και να ήταν πολλοί µαζί όπως: η καθηµερινή καταπίεση από τα αφεντικά, η βία που ασκεί το έθνος-κράτος σε µετανάστριες και µετανάστες, οι καθηµερινοί µικροί θάνατοι ή µια συνολική άρνηση αυτής της πραγµατικότητας…

Στον απόηχο των ηµερών του δεκέµβρη ακολούθησε η δολοφονική επίθεση στην Κ.Κούνεβα. Η Κωσταντίνα ως γυναίκα, µετανάστρια, εργαζόµενη στην καθαριότητα, αποτελεί κοµµάτι ενός ευάλωτου εργατικού δυναµικού στα µάτια των αφεντικών, κατάλληλο για την πιο άγρια εκµετάλλευση. Η βία µε την οποία απάντησαν τα αφεντικά της στον αγώνα που έκανε ως συνδυκαλίστρια είναι απόρροια µίας διάχυτης σεξιστικής, ρατσιστικής και ταξικής καταπίεσης.

Μέσα σε ένα σύµπλεγµα εξουσιαστικών σχέσεων, τον εξατοµικευµένο κόσµο που κατασκευάζει ο καπιταλισµός και τον διάχυτο κοινωνικό έλεγχο έχουµε να αντιτάξουµε τη συλλογικοποίηση των αρνήσεών µας. Ένα πεδίο συνάντησης που αφορά αποκλειστικά την εργασία δεν καλύπτει τις ανάγκες των ατόµων για αυτοοργάνωση της καθηµερινότητάς τους και ούτε µπορεί εύκολα πάνω σε αυτή να δηµιουργηθεί µια σταθερή δοµή (αφού τα άτοµα περνούν από τη µια εργασία στην άλλη σε σύντοµα χρονικά διαστήµατα). Αυτό που µας συνδέει είναι η πόλη, οι κοινές καταστάσεις που ζούµε και η κοινή επιθυµία να πάρουµε τις ζωές µας στα χέρια µας.

Η σύγκρουση µε αυτήν την πραγµατικότητα δεν έχει λόγους να τερµατιστεί, αφού ό,τι την προκάλεσε παραµένει. Οι µέρες του δεκέµβρη ήταν αποτέλεσµα συσσωρευµένης οργής, η οποία δεν παύει να βράζει µέσα στο κοινωνικό σώµα. Τίποτα δεν ξεκίνησε τώρα και σίγουρα δεν τέλειωσε…


editorial

Οκτωβρίου 29, 2008

Αυτό είναι το τρίτο τεύχος της «στάσης». Ένα έντυπο δρόμου που επιθυμεί να συμβάλει στην ανάδειξη της νέας επισφαλούς συνθήκης όχι μόνο στο πεδίο της εργασίας αλλά και στις ζωές μας.

Τη χρονιά που μας πέρασε το κράτος και το κεφάλαιο επιτέθηκαν με πολιορκητικό κριό στο ασφαλιστικό. Χιλιάδες εργαζόμενοι κατέβηκαν στο δρόμο, αντιλαμβανόμενοι την αγριότητα αυτής της επίθεσης. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες, όμως, για ακόμη μία φορά προσπάθησαν να διαχειριστούν αυτή την εναντίωση, παρά να οξύνουν τη σύγκρουση. Παρά το προφανές καπέλωμα, η αγανάκτηση των εργαζομένων και η διάθεση για έμπρακτες απαντήσεις ήταν διάχυτη. Έτσι, κατεβήκαμε κι εμείς και συναντήσαμε στο δρόμο κόσμο που δεν εκφράζεται από την «γραμμή» των συνδικαλιστικών οργάνων. Ανάμεσα σε αυτούς και εργαζόμενους/ες που αποφάσισαν να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους και να οργανωθούν σε σωματεία και συλλογικότητες βάσης, στήνοντας από την αρχή τις αντιστάσεις στα σχέδια των αφεντικών.

Δομές οργάνωσης μέσα στις οποίες ο κόσμος που συμμετέχει προσπαθεί να επεξεργαστεί και να καθορίσει ο ίδιος τις μορφές και τα περιεχόμενα του αγώνα, κάνοντας έμπρακτη κριτική τόσο στη γραφειοκρατία και τη διαμεσολάβηση του παραδοσιακού συνδικαλισμού, όσο και στην παθητικότητα των ίδιων των εργαζόμενων, η οποία στρώνει το έδαφος σε αυτές τις λογικές αντιπροσώπευσης και διαμεσολάβησης. Είναι συλλογικότητες αγώνα που, αν και ξεκινούν με βάση ζητήματα και διεκδικήσεις του κλάδου τους, προσπαθούν να σπάσουν αυτόν τον «συντεχνιασμό», ανοίγοντας ζητήματα στο σύνολο της κοινωνίας και δείχνοντας την αλληλεγγύη τους και σε άλλους εργαζόμενους που αγωνίζονται και διεκδικούν. Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η αντιστοιχία λόγου και δράσης αυτών των σωματείων και συλλογικοτήτων βάσης, τα οποία ξεπερνούν τη λογική της αγωνιστικής πλειοδοσίας και των μεγάλων «επαναστατικών» ρητορειών των παραδοσιακών εργατικών σωματείων και ενώσεων, καθώς σκοπός τους είναι η πραγμάτωση των στόχων που θέτουν μέσα από μαχητικές πρακτικές και δράσεις, οι οποίες, τις περισσότερες φορές μάλιστα, βγαίνουν από τα στενά θεσμικά πλαίσια που οι υπόλοιποι φορείς θέτουν.

Βλέποντας όλα αυτά τα ενδιαφέροντα στοιχεία στην οργάνωση και τον αγώνα αυτών των εργαζομένων, κρίναμε σκόπιμο να καλέσουμε αυτόν τον κόσμο σε μία δημόσια εκδήλωση, για να μοιραστούμε τις αγωνίες μας σχετικά με την επισφαλειοποίηση των ζωών μας και να μοιραστούμε μαζί τους εμπειρίες οργάνωσης και αγώνα. Στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στις 21 Ιουνίου συμμετείχαν εργαζόμενοι από τη Συνέλευση Βάσης Εργαζομένων Οδηγών Δικύκλου Αθήνας, το σωματείο Σερβιτόρων-Μαγείρων της Αθήνας, το περιοδικό ΡΕΠΟ που εκδίδεται στο χώρο του εμπορίου στην Αθήνα, πρωτοβουλίες από τη Θεσσαλονίκη (από το χώρο των τηλεπικοινωνιών και σερβιτόροι/ες). Εκτός από τους παραπάνω είχαμε καλέσει και τους Βιβλιοφρικάριοι, που όμως δεν κατάφεραν να παρεβρεθούν στην εκδήλωση. Για να ξαναβρεθούμε με τον κόσμο που κατέβηκε στις πορείες, να δημιουργήσουμε δεσμούς και να δικτυωθούμε.

Η εκδήλωση είχε 80-100 άτομα και διήρκησε 3-4 ώρες. Στην εισήγησή μας επιχειρήσαμε να αναλύσουμε τις νέες συνθήκες εργασίας και ζωής που κωδικοποιούνται με τον τίτλο «γενιά των 700 ευρώ». Προσπαθήσαμε να καταγράψουμε τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται και να εξετάσουμε κάποια ζητήματα που φαίνεται να επανακαθορίζονται μέσα σε αυτή. Μόνιμη δουλειά για 40 χρόνια ή εναλλαγή στις εργασίες, περισσότερο κράτος «πρόνοιας» ή μη ιεραρχικές μορφές κοινωνικής αυτοοργάνωσης, ατομική κινητικότητα ή συλλογική οργάνωση στους χώρους εργασίας, πυρηνικές-αστικές οικογένειες ή ελεύθερες συμβιώσεις, ήταν μερικά από τα ζητήματα/ερωτήματα που θελήσαμε από τη μεριά μας να βάλουμε στη συζήτηση. (Η εισήγηση της εκδήλωσης βρίσκεται στο: http://stasiepisfaleias.wordpress.com/)

Μετά από την εισήγησή μας η κουβέντα επικεντρώθηκε στην εμπειρία του κόσμου που συμμετέχει σε αυτά τα σωματεία και τις συλλογικότητες βάσης. Στη σύστασή τους, στην οργάνωση, στις μορφές δράσης τους, στις συνελεύσεις και στα εργαλεία που διαθέτουν για τη διαφύλαξη των χαρακτηριστικών αυτών των δομών (όπως π.χ. το καταστατικό του σωματείου). Τι έχουν αποκομίσει σε επίπεδο εμπειριών και σχέσεων, πώς παρεμβαίνουν στο μικροεπίπεδο της καθημερινότητας στους εργασιακούς χώρους και πώς μπορούν να τα αξιοποιήσουν όλα αυτά στην οργάνωση επόμενων αγώνων. Το ενδιαφέρον των συμμετεχόντων ήταν μεγάλο και οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή. Πολύς κόσμος ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τέτοιες κινήσεις. Απέναντι στη χρεοκοπία και απραξία των κεντρικών συνδικαλιστικών φορέων η θέληση για έμπρακτη αντίσταση παίρνει σάρκα και οστά μέσα από αυτές τις κινήσεις.

Η εκδήλωση αυτή ήταν ένα ακόμη βήμα στην προσπάθειά μας να δημιουργήσουμε δεσμούς και να δικτυωθούμε με τον κόσμο που θέλει να αντισταθεί στα αφεντικά και τα κάθε λογής σχέδιά τους, που θέλει όχι μόνο καλύτερους όρους στη δουλειά του, αλλά και να επανακτήσει ολόκληρη τη ζωή του. Να βρούμε τα πεδία που μπορούμε να συναντηθούμε, να ανοίξουμε τις συζητήσεις, να επανοικειοποιηθούμε την ιστορική μνήμη των αγώνων, να οργανωθούμε και να δράσουμε. Γιατί οι απαντήσεις μας θέλουμε να είναι συλλογικές και να είναι στο δρόμο.


EDITORIAL no2

Ιουνίου 9, 2008

Ελαστική εργασία, μαύρα μεροκάματα, από δουλειά σε δουλειά, συνεχές τρέξιμο, μηδενικές προσδοκίες ή στην καλύτερη μια δουλειά που να μπορώ να τα βγάζω πέρα. Όλοι λίγο-πολύ καταλαβαίνουμε περί τίνος πρόκειται, όλες λίγο πολύ έχουμε βρεθεί σε αυτές τις συνθήκες. Αβεβαιότητα στην εργασία, αβεβαιότητα στην καθημερινότητα, αβεβαιότητα στο τι επιθυμούμε στη ζωή μας. Οι συνθήκες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε ζητάνε όλο και περισσότερα κομμάτια του χρόνου μας που πριν ήταν έξω από το θεσμισμένο 8ωρο. Ζητάνε από το σώμα και το μυαλό μας να είναι σε standby όλη τη διάρκεια της μέρας είτε δουλεύουμε, είτε είμαστε άνεργοι και ψάχνουμε για δουλειά.

Στο θολό αυτό τοπίο της νέας εργασιακής και υπαρξιακής συνθήκης νιώσαμε την ανάγκη να μοιραστούμε εμπειρίες του παρελθόντος και να αρχίσουμε να ανιχνεύουμε νέους τρόπους αντίστασης. Αυτός είναι και ο σκοπός του παρόντος εντύπου. Η ανάδειξη των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε τόσο ως εργαζόμενοι, όσο και ως, γενικότερα, δέσμιοι ενός συστήματος που μας κλέβει το χρόνο και τα όνειρά μας. Θέλουμε να μιλήσουμε και να ονειρευτούμε κάτι περισσότερο από το τι δουλειά θα κάνουμε τον επόμενο μήνα…

Κουβαλώντας όλες αυτές τις εμπειρίες και τους προβληματισμούς βρεθήκαμε τους τελευταίους μήνες και εμείς στους δρόμους μαζί με τα υπόλοιπα κομμάτια του κόσμου που θέλησαν να αντισταθούν στη σφοδρή επίθεση του κράτους και των αφεντικών ενάντια στα ταμεία ασφάλισης των εργαζομένων. Κεκτημένα του εργατικού κινήματος των περασμένων δεκαετιών μπήκαν στο στόχαστρο με το περίφημο νομοσχέδιο για το ασφαλιστικό. Αυξήσεις των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, μείωση των συντάξεων, δυσμενείς αναπροσαρμογές για τις εργαζόμενες μητέρες με ανήλικα παιδιά, αύξηση του αριθμού των απαιτούμενων ενσήμων για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Πόσο πιο άμεση και καταφανής θα μπορούσε να είναι αυτή η επίθεση;

Για άλλη μια φορά, οι κάθε λογής εργατοπατέρες βγήκαν μπροστά προεξαγγέλοντας σκληρούς αγώνες και γενικές απεργίες με το γνωστό εδώ και χρόνια αγωνιστικό- άντε να τελειώνουμε να πάμε για κάνα τσίπουρο- προφίλ τους.

Η πρώτη απεργία και πορεία στις 12 Δεκέμβρη ήταν ενθαρρυντική. Αρκετοί απεργοί, πολύς κόσμος στους δρόμους, έντονη κινητικότητα και μια διάχυτη αίσθηση ότι αυτή η επίθεση δε θα μείνει αναπάντητη, ότι η υπεράσπιση των κεκτημένων είναι τουλάχιστον ζήτημα αξιοπρέπειας. Η συμμετοχή του κόσμου άφηνε μεγάλες προσδοκίες για τη συνέχεια, όταν θα πλησίαζε η κατάθεση του νομοσχεδίου στη βουλή.

Όμως τα πράγματα δεν συμβαίνουν από μόνα τους. Δεν υπάρχουν αγώνες χωρίς υποκείμενα που θα τους οργανώσουν και θα θέσουν ζητήματα για προβληματισμό και συζήτηση στη δημόσια σφαίρα. Ο κόσμος στηρίχθηκε και αφέθηκε για άλλη μια φορά στα χέρια των «ειδικών». – Ναι θα απεργήσω, θα απεργήσουμε, θα κατεβούμε στο δρόμο, θα φωνάξουμε. Όταν όμως καλέσει η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ. Πώς αλλιώς να γίνει; Τι άλλο μπορώ να κάνω; – Με την αδράνειά της η βάση των εργαζομένων στο διάστημα που ακολούθησε μετά την απεργία του Δεκέμβρη, έδωσε στη συνδικαλιστική ηγεσία την πλήρη νομιμοποίηση να μιλά, να ενεργεί και να αποφασίζει για τον αγώνα, το περιεχόμενο, τη μορφή και τα όριά του. Υπό αυτές τις συνθήκες, φτάσαμε στο τραγικό πραγματικά γεγονός, μέχρι την ψήφιση του νομοσχεδίου να έχουν κηρυχθεί από τη ΓΣΕΕ μόνο μία στάση εργασίας στις 12/03 και δύο 24ωρες απεργίες, στις 13/02 και 19/03, κινητοποιήσεις που άρχισαν να διαψεύδουν η μία μετά την άλλη τις προσδοκίες τις οποίες είχε αφήσει στον κόσμο η πορεία/απεργία στις 12 Δεκέμβρη. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα, η πορεία στις 19 Μάρτη, την υποτιθέμενη ημέρα κορύφωσης του αγώνα, να μην έχει καθόλου παλμό, καθώς όλα τα κομμάτια των εργαζομένων είχαν χάσει ήδη κάθε πίστη στον αγώνα και την αποτελεσματικότητά του. Η λογική της ηρωικής ήττας διαπερνούσε όλη την πορεία από την αρχή ως το τέλος της, μια λογική που δεν ταιριάζει σε κόσμο που θέλει να αντισταθεί και να υπερασπιστεί τουλάχιστον τα ήδη κατεκτημένα και θεμελιώδη δικαιώματά του.

Εδώ οφείλουμε να αναφερθούμε σε ορισμένες εξαιρέσεις, όπως αυτές της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ και των ΠΟΕ-ΟΤΑ. Τα συγκεκριμένα σωματεία πραγματοποίησαν πολυήμερες απεργίες, κινήθηκαν και έδρασαν έξω από τη γραμμή που είχαν χαράξει ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ. Παρ’ όλα αυτά, όμως, τόσο λόγω της μερικότητας των διεκδικήσεων τους και της αδυναμίας τους να συνδεθούν με άλλα κοινωνικά κομμάτια, όσο και της μεγάλης επίθεσης που δέχθηκαν από το κράτος, τους απεργοσπαστικούς μηχανισμούς και τα Μ.Μ.Ε. έμειναν αποκομμένα και δεν κατάφεραν να εμπνεύσουν άλλο κόσμο και να εμπνευστούν και οι ίδιοι από αυτόν.

Η μάχη για το ασφαλιστικό κατέληξε σε μια οδυνηρή ήττα για το εργατικό κίνημα. Ανοίγει το δρόμο στο κράτος και τα αφεντικά για την πλήρη αναδιάρθρωση στον τομέα της εργασίας, που συνεχίζεται σήμερα με την προσπάθεια αλλαγής του εργατικού δικαίου. Και η ιστορία αυτού του αγώνα μας θέτει προβληματισμούς. Όχι τόσο για τις κάθε λογής συνδικαλιστικές ηγεσίες, των οποίων η τελική ωμή σύμπραξη με τα αφεντικά θεωρείται πλέον φυσιολογικό γεγονός, αλλά κυρίως, για την αδυναμία των ίδιων των καθημερινών εργαζομένων να βρουν συλλογικά οράματα, να οργανωθούν και να δράσουν. Ένα μεγάλο πλήθος κόσμου, που τρώει τη μισή του ζωή δουλεύοντας για να μπορέσει να ζήσει και όταν δέχεται μια τέτοια επίθεση, στέκεται αμήχανο και ανήμπορο να αντιδράσει. Το ζητούμενο είναι όλος αυτός ο κόσμος να μπορέσει να βρει ένα νέο είδος κοινότητας. Να δημιουργήσει νέους δεσμούς μεταξύ του και να οργανωθεί με μορφές που ο ίδιος θα επιλέξει, μακριά από λογικές εκπροσώπησης και διαμεσολάβησης. Να θέσει ζητήματα, όχι μόνο για τη δουλειά, αλλά συνολικά για τη ζωή, μιας και οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ αυτών των δύο είναι σήμερα πολύ θολές. Το στοίχημα είναι ανοιχτό και δεν μπορούμε παρά να το κερδίσουμε …

Για επικοινωνία :
e-mail : episfaleia@episfaleia.gr
τηλ: 6947234697
website:www.stasi-episfaleia.blogspot.com


EDITORIAL

Μαρτίου 20, 2008

-Με το ζόρι, τα βγάζω πέρα…

-Τα φέρνω βόλτα…

-Τι κάνεις;

-Τρέχω ψάχνω..

 

Ελαστική εργασία, «μαύρα» μεροκάματα, από δουλειά σε δουλειά, δια βίου εκπαίδευση, συνεχές τρέξιμο, μηδενικές προσδοκίες ή στην καλύτερη, μια δουλειά που να μπορώ να τα βγάζω πέρα. Όλοι λίγο πολύ καταλαβαίνουμε περί τίνος πρόκειται , όλες λίγο πολύ έχουμε βρεθεί σε αυτές τις συνθήκες. Γιατί:

 

- Οι υποχρεώσεις τρέχουν. Νοίκια, λογαριασμοί, δάνεια, κάρτες…

 

Πιάνουμε καθημερινά τους εαυτούς μας να μιλάνε για αβεβαιότητα. Αβεβαιότητα στην εργασία, αβεβαιότητα στην καθημερινότητα, αβεβαιότητα στο τι επιθυμούμε στην ζωή μας.

 

Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, όλο και περισσότεροι νέοι και νέες εργαζόμενες ψάχνουν τρόπους να διαχειριστούν την διάχυτη αβεβαιότητα. Όμως, μόνο τον τελευταίο χρόνο άρχισε να αποτυπώνεται και να συζητιέται αυτή η συνθήκη στην δημόσια σφαίρα. Ξαφνικά, διάφοροι αναλυτές, πολιτικοί και μη, ανακαλύψανε πως οι νέες γενιές που τελειώνουν τα πανεπιστήμια αλλά και νέοι εργαζόμενοι χωρίς πτυχία δεν έχουν και πολλά να χωρίσουν, τουλάχιστον από την άποψη του πρώτου τους μισθού. Η «γενιά των 700 ευρώ» σας λέει κάτι;

 

Σε αυτή την γενική κατηγορία, λοιπόν, όσοι βιάστηκαν να τη χαρακτηρίσουν με βάση τις χαμηλές μισθολογικές αποδοχές, κατατάσσουν τους νέους εργαζόμενους για τους οποίους τα συστήματα εργασιακής και μισθολογικής εξασφάλισης του παρελθόντος έχουν μετασχηματιστεί σχεδόν καθολικά. Όμως είναι ζήτημα μισθού και μόνο;

 

Εδώ και 15 περίπου χρόνια, εκτός από την συνεχή υποτίμηση της εργατικής μας δύναμης, αυτό που τείνει να γενικευτεί είναι αυτό που μέχρι πριν θεωρούνταν εξαίρεση ή παρατυπία. Πιο απλά μιλάμε για την «μαύρη» ανασφάλιστη εργασία που σε κάποιους εργασιακούς τομείς είναι πλέον ο κανόνας. Μιλάμε για τα πτυχία που μόνο για την κορνίζα τελικά κάνουν. Μιλάμε για τις νέες μορφές ελαστικής απασχόλησης που επιλέγουν πολλοί νέοι και νέες υπό τον φόβο της ανεργίας. Μιλάμε για τα κρατικοδίαιτα και μη προγράμματα μερικής απασχόλησης (stage ΟΑΕΔ) και δια βίου εκπαίδευσης (σεμινάρια, εργασιακή επιμόρφωση κτλ.) που εμμέσως πλην σαφώς δείχνουν την τάση να θεσμοθετηθεί επίσημα η εργασιακή ελαστικότητα. Η δική μας, δηλαδή, αβεβαιότητα, το δικό μας στρες, το δικό μας τρέξιμο.

 

Θα ρωτήσει κανείς, γιατί πιο πριν τα πράγματα ήταν διαφορετικά; Πάλι δεν υπήρχαν αυτοί που δούλευαν όλη τους την ζωή, και ήταν στο τρέξιμο, και είχαν χίλια δυο ζόρια να φέρουν βόλτα; Ναι. Αυτοί πάντα υπήρχαν, μάλλον πάντα υπήρχαμε. Αυτό που μας διαφοροποιεί καθοριστικά από τις προηγούμενες γενιές είναι πως το κόστος αυτής της αβεβαιότητας αναγκαζόμαστε να το διαχειριστούμε όλο και περισσότερο μόνοι μας. Είτε γιατί το κράτος πρόνοιας και τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης μεταρρυθμίζονται είτε γιατί ο σύγχρονος τρόπος ζωής μας κάνει να κοιτάμε μόνο τους εαυτούς μας και να δίνουμε στα συλλογικά προβλήματα, ατομικές λύσεις.

 

Όμως η παραπάνω είναι μια μερική περιγραφή της πραγματικότητας. Εμείς θα ονομάζαμε αυτό που ζούμε επισφάλεια. Τόσο γιατί το μοντέλο εργασίας είναι επισφαλές, μα περισσότερο, γιατί αυτή η εργασιακή πραγματικότητα συγγενεύει απόλυτα με τις μορφές ζωής που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Και αυτές οι μορφές ζωής είναι όλο και πιο περιορισμένες σε χρόνο, όλο και πιο εξαρτημένες από τα αφεντικά, όλο και πιο αμφιλεγόμενες ως προς το νόημα του να δουλεύεις, όλο και πιο απαιτητικές από άποψη ατομικών δεξιοτήτων. Τελικά, όλο και πιο εγκλωβιστικές στο σχήμα «δουλειά – κατανάλωση - και στα σπίτια σας…»

 

Οι συνθήκες που καλούμαστε να ανταπεξέλθουμε ζητάνε όλο και περισσότερα κομμάτια του χρόνου μας που πριν ήταν έξω από το θεσμισμένο 8ωρο. Ζητάνε δεξιότητες τις οποίες τις έχουμε αποκτήσει μέσα από τις κοινωνικές μας συναναστροφές ή τις προσωπικές μας διαδρομές και ανάγκες. Ζητάνε από το σώμα και το μυαλό μας να είναι σε standby όλη τη διάρκεια της ημέρας, είτε δουλεύουμε είτε είμαστε άνεργοι και ψάχνουμε για δουλειά.

 

Θεωρούμε λοιπόν πως στο θολό τοπίο αυτής της νέας εργασιακής και υπαρξιακής συνθήκης πρέπει να βρεθούν τρόποι να αντισταθούμε. Πώς να αντισταθούμε όμως όταν τα συλλογικά οράματα, η αλληλεγγύη και οι εμπειρίες αγώνα του παρελθόντος, ειδικά για τους νέους εργαζόμενους, είναι κάτι που απλά δεν υπάρχει; Κι αν υπάρχει ακόμα, παραμένει αόρατο ή πλήρως καναλιζαρισμένο από «πολιτικές γραμμές» κομμάτων και εργατοπατέρων. Οι όποιες αρνήσεις στο χώρο εργασίας, ακόμα και αυτές που παίρνουν συλλογικά και επιθετικά χαρακτηριστικά, συνήθως χάνονται στο «όλοι εναντίον όλων» που επικρατεί στην αγορά εργασίας ή σε μερικά αιτήματα.. Αυτές τις αρνήσεις θα πρέπει να κάνουμε ορατές και να τις κυκλοφορήσουμε μεταξύ μας τόσο σαν εμπειρίες αγώνα όσο και σαν δυνατότητες οργάνωσης.

 

Έτσι για εμάς, αρχικά, αντίσταση σημαίνει να αρχίσουμε να συζητάμε, να μοιραζόμαστε τα προβλήματα μας, να κοιτάζουμε ποιοι είναι δίπλα μας και με ποιες βιώνουμε κοινές καταστάσεις ζωής. Αντίσταση σημαίνει να βγούμε από την κούρσα των ατομισμών, ή πιο απλά να σταματήσουμε να κοιτάμε την πάρτη μας και να αντιληφθούμε πως αυτό που συμβαίνει σε εμάς συμβαίνει και σε άλλους. Τα όποια προβλήματα βιώνουμε, μόνο από κοινού θα μπορέσουμε να τα ξεπεράσουμε. Αλλά το ξανάλεμε, πρώτα πρέπει να αρχίσουμε να συζητάμε για αυτά.

 

Οι επισφαλώς εργαζόμενοι/ες, όλοι όσοι καλούμαστε να επιβιώσουμε στις νέες εργασιακές συνθήκες, λόγω της εργασιακής κινητικότητάς ή ακόμα και του ότι δεν αποτελούμε μια συμπαγή κοινωνική φιγούρα με κοινή καταγωγή και κοινές ανάγκες σε ένα πρώτο βαθμό, δύσκολα μπορούμε να εκπροσωπηθούμε μέσα από τις συμπαγείς και παραδοσιακές μορφές οργάνωσης του εργατικού κινήματος. Συνδικάτα, σωματεία κτλ. Αυτό δεν σημαίνει ότι τέτοια σχήματα δεν μας βοηθούν να βελτιώσουμε την θέση μας ή να αγωνιστούμε μαζί με άλλους για κάποια στοιχειώδη αιτήματα. Όμως πάρτε το παράδειγμα κάποιας ή κάποιου που αλλάζει δουλειές ή εργοδότες κάθε εξάμηνο. Πότε να προλάβει να κοινωνικοποιηθεί, πότε να προλάβει να συζητήσει, πότε να προλάβει να οργανωθεί; Και τέλος πάντων, έτσι όπως έχουν φτάσει τα πράγματα σε σχέση με το πόσα μπορούν να ανεχτούν οι εργοδότες (όλοι λίγο πολύ γνωρίζουμε τις απειλές, τους εκφοβισμούς, τις απολύσεις κτλ. όταν τολμήσει να υψώσει κάποιος φωνή), πώς θα διεκδικήσουμε τα αυτονόητα; Πώς θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε μορφές συλλογικότητας και αγώνα που να σπάνε τον τσαμπουκά των μικρών ή μεγάλων αφεντικών, των εταιριών, του κράτους; Τέλος, πώς θα καταφέρουμε να λιποτακτήσουμε από την εξάρτηση μας από το μισθό και άρα από την εργασία;;;

 

Το εντυπάκι που κρατάτε στα χέρια σας επιθυμεί να συμβάλει προς αυτή την κατεύθυνση. Την ανάδειξη δηλαδή της επισφαλούς ζωής στη δημόσια συζήτηση, την ανάδειξη των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε τόσο ως εργαζόμενοι όσο και ως γενικότερα δέσμιοι ενός συστήματος που μας κλέβει το χρόνο και τα όνειρα μας. Θέλουμε να μιλήσουμε και ονειρευτούμε συλλογικά κάτι περισσότερο από το τι δουλειά θα κάνουμε τον άλλο μήνα ή πόσα λεφτά χρωστάμε εδώ και εκεί…

 

Για επικοινωνία :

e-mail : episfaleia@episfaleia.gr

τηλ: 6978338511