«Τα θέλουµε όλα»: Σκέψεις για την λογική των αιτηµάτων στην επισφάλεια

Απριλίου 7, 2009

02

«Τα θέλουµε όλα»: Σκέψεις για την λογική των αιτηµάτων στην επισφάλεια

Τα τελευταία 20 χρόνια εντοπίζουµε µια πορεία επισφαλειοποίησης η οποία επεκτείνεται σε όλα τα φάσµατα της ζωής µας. Η ελαστικοποίηση της εργασία έχει έναν βασικό ρόλο σε αυτό καθώς είναι σαφές ότι η ίδια η εργασιακή εµπειρία µετασχηµατίζει καθοριστικά την εµπειρία της καθηµερινής ζωής, είτε την µισεί κάποιος είτε απλά την ανέχεται. Σε προηγούµενες περιόδους οι εργάτες µπορεί επίσης να βίωναν συνθήκες επισφάλειας όσον αφορά στην επιβίωσή τους αλλά διέθεταν µία αίσθηση κοινότητας που τους ένωνε προς ένα όραµα και µία αγωνιστική διάθεση. Αντίθετα σήµερα η εργασιακή επισφάλεια, σε πιο ήπιες και ψυχολογικοποιηµένες µορφές, πολλαπλασιάζει τις δυνάµεις αδράνειας που ακινητοποιούν τους ανθρώπους, επικρατεί το αίσθηµα της παραίτηση και η ενσωµάτωση ενός ατοµικοποιηµένου φόβου. Ενδεικτικό παράδειγµα αυτού του φόβου για το µέλλον αλλά και µίας γενικότερης τάσης «να προστατέψουµε αυτά που έχουµε» είναι η ιδεολογίας της ασφάλειας που ζητά όλο και περισσότερη αστυνοµία, όλο και περισσότερη επιτήρηση, όλο και περισσότερη κρατική παρέµβαση. Παρατηρούµε, και οφείλουµε να δώσουµε έµφαση σε αυτό, µία τάση οχύρωσης σε αµυντικές ιδεολογίες τις οποίες επικαλούνται τόσο το κράτος, όσο και κοµµάτια της κοινωνίας που εναποθέτουν τις ελπίδες τους στις αγωνιστικές συνταγές του παρελθόντος. Στο παρελθόν ανήκει το φορντικό µοντέλο παραγωγής µερικά χαρακτηριστικά του οποίου ήταν η δηµιουργία στιβαρών κοινωνικών και πολιτικών ταυτοτήτων (π.χ. η ταυτότητα του βιοµηχανικού εργάτη) και η µία και εφ’όρου ζωής σταθερή εργασία. Προχωρώντας προς το µέλλον πρέπει να θυµόµαστε ότι το κράτος πρόνοιας ήταν αποτέλεσµα των συγκεκριµένων ιστορικών συνθηκών και ως τέτοιο δεν µπορεί να επαναληφθεί. Ο εργασιακός µεσαίωνας τoν οποίο διανύουµε δεν µπορεί να απαντηθεί µε αιτήµατα και έναν τρόπο σκέψης µίας περασµένης εποχής. Για συνεχίσουµε αυτή την λογική είναι σηµαντικό να πραγµατευτούµε δύο ερωτήµατα. Το πρώτο έχει να κάνει µε το δίλληµα για µόνιµη και σταθερή δουλειά ή εναλλαγή στις εργασίες. Θεωρούµε ότι το «ιδανικό» της µόνιµης-σταθερής δουλειάς, αν και δεν έχει ατονίσει τελείως (και αυτό φαίνεται π.χ από τις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, τους διαγωνισµούς των τραπεζών κ.α.) έχει αµφισβητηθεί, δεν είναι δηλαδή ένα «ιδανικό» για όλους. Σίγουρα πολύ σηµαντική προς αυτή την κατεύθυνση έχει υπάρξει η ραγδαία ανάπτυξη του τριτογενή τοµέα, των υπηρεσιών ο οποίος έχει δηµιουργήσει επαγγέλµατα που συνδέονται ευκολότερα µε τα άτυπα εργασιακά καθεστώτα (ενώ στο δευτερογενή τοµέα, στη βιοµηχανία, όπου είναι πιο εδραιωµένο το µοντέλο του 5µερου-8ωρου). Τελικά η µόνιµη σταθερή εργασία αµφισβητήθηκε τόσο από τα κάτω π.χ. από την επιθυµία κάποιων νέων και γυναικών να δουλεύουν ευέλικτα όσο και από το κεφάλαιο το οποίο δεν το συµφέρει να αναπαράγει ένα µοντέλο εργασίας που το ’70 και το ’80 γέννησαν µια σωρεία αγώνων. Από την άλλη µεριά, η εναλλαγή στις εργασίες, που είναι σίγουρα µια “πιο πλούσια εµπειρία ζωής”, επιβάλλεται σήµερα µονοµερώς και πολύ βίαια «από τα πάνω» και δεν είναι παρά σπάνια µια ελεύθερη επιλογή των εργαζοµένων. Τι να επιλέξουµε από το δίπολο «µόνιµη-σταθερή» ή «ευέλικτη-προσωρινή» εργασία; Το συγκεκριµένο δίληµµα είναι πλαστό. Όπου και αν βρεθούµε, είτε ως «µόνιµοι» είτε ως «προσωρινοί», είµαστε αναγκασµένοι να παλέψουµε συλλογικά για καλύτερες συνθήκες, έχοντας πάντα ως µακροπρόθεσµη προοπτική και όραµα την απελευθέρωση από τον εκβιασµό της µισθωτής εργασίας. Το δεύτερο ζήτηµα αφορά στο ερώτηµα για περισσότερο κράτος, κράτος πρόνοιας-ασφάλειας ή µορφές κοινωνικής αυτόοργάνωσης, µη γραφειοκρατικές/ιεραρχικές. Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουµε ότι δεν απαξιώνουµε τους αγώνες που π.χ. ζητάνε ένα αυξηµένο επίδοµα ανεργίας,. Μας ενδιαφέρει όµως περισσότερο να στοχοποιούµε την εργοδοσία και λιγότερο να ζητάµε ένα κράτος-προστάτη. Γιατί πως είµαστε σίγουροι ότι δεν θα επαναληφθεί η «κρατικοποίηση του ’80», όταν δηλαδή όλες σχεδόν οι µορφές αυτόνοµης κοινωνικής οργάνωσης (εργοστασιακά σωµατεία, επιτροπές γειτονιάς, οµάδες γυναικών κ.α.) που ξεπήδησαν µε την µεταπολίτευση και ήταν ριζοσπαστικές, ενσωµατώθηκαν στις κρατικές δοµές και «αφυδατώθηκαν»; Αν επαναπαυτούµε πάνω στο «καλό κράτος» ή τον «καλό εργοδότη»…αργά ή γρήγορα θα βρεθούµε πάλι µόνοι µας…αδύναµοι… Θα θέλαµε όµως να εξετάσουµε λίγο πιο συγκεκριµένα, το µηχανισµό της «λογικής των αιτηµάτων» και να δούµε πως αυτός µορφοποιείται και εξελίσσεται στη διάρκεια του χρόνου. Ο µηχανισµός αυτός είναι περισσότερο δηµιούργηµα των αγώνων από το δεύτερο µισό του 20ου αι. (από τον β’ παγκόσµιο πόλεµο και µετά), που είναι κυρίως αγώνες «διατήρησης των κεκτηµένων κοινωνικών συµβολαίων». Τα «κοινωνικά συµβόλαια» οδήγησαν σε ένα νέο κύκλο διεκδικήσεων στα τέλη του ’60 και σε όλη τη διάρκεια του ’70. Ακολουθεί η δεκαετία του ’80, όπου το κεφάλαιο στην προσπάθειά του να βρει αποτελεσµατικότερους τρόπους επέκτασης (π.χ φυγή στο δανεισµό), «σπάει» και πάλι τα κοινωνικά συµβόλαια. Όλοι οι αγώνες από το ’90 και µετά είναι στη πλειοψηφία τους αγώνες «διατήρησης των κεκτηµένων», οι οποίοι λαµβάνουν χώρα στα πλαίσια µιας ευρύτερης «κρίσης νοµιµοποίησης» του ιστορικού καπιταλισµού. Αποτελούν κοµµάτι µιας ευρύτερης διαδικασίας που µπορεί να παρασταθεί απλά και σχηµατικά ως εξής: διεκδίκηση µέσω αιτηµάτων- µερική ικανοποίηση αυτών- επίθεση κράτους και κεφαλαίου-διεκδίκηση µέσω αιτηµάτων κ.ο.κ. Αν τώρα ερµηνεύσουµε την µερική ικανοποίηση ως τη συγκεκριµένη µορφή που παίρνει το «κοινωνικό κράτος» κάθε φορά, µπορούµε να πούµε ότι η «λογική των αιτηµάτων» εξαντλείται στη µεταβολή του «κράτους πρόνοιας», µετατρέποντας το συνολικό κράτος σε «λίγο καλύτερο», κάτι όµως που είναι προσωρινό (δηλαδή µέχρι την επόµενη επίθεση), οδηγώντας ταυτόχρονα και στην προσωρινή εκτόνωση των συνολικότερων και ουσιαστικότερων κοινωνικών συγκρούσεων που υποβόσκουν κάθε στιγµή µέσα στο καπιταλιστικό σύστηµα. Το πακέτο αυτό δεν είναι τίποτα περισσότερο από µία πρόσκαιρη συγκάλυψη των συγκρούσεων (π.χ. επίπεδο µισθών, ένταση εργασίας και εργασιακές συνθήκες, οικονοµικές κρίσεις, πόλεµοι) που είναι σύµφυτες µε την λειτουργία του καπιταλισµού. Η ιστορική του πορεία µοιάζει µε ένα µπαλόνι που φουσκώνει και ξεφουσκώνει. Θα αναρωτηθεί τώρα κανείς: αν απορρίψουµε τη λογική των αιτηµάτων τότε ποιοι µπορεί να είναι οι τρόποι διεκδίκησης; Καταρχήν οι διεκδικήσεις και τα µέσα δράσεις δεν µπορούν να αφορούν σε κάποιους αποσπασµατικούς αγώνες αλλά σε µία ενιαία και συνολική διεκδίκηση των ζωών µας. Το πιο πρόσφατο παράδειγµα, το οποίο βιώσαµε και εµείς οι ίδιοι είναι η εξέγερση του Δεκέµβρη. Μια εξέγερση που πραγµατοποιήθηκε, επειδή κατακερµατισµένα κοινωνικά κοµµάτια κατάφεραν να σπάσουν τις ταυτότητές τους (τουλάχιστον στο δρόµο) και να απαντήσουν δυναµικά. Πίσω από την αφορµή της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου υπήρχαν διαφορετικά κίνητρα και περιεχόµενα, τα οποία πήραν µια συγκεκριµένη δυναµική µορφή, οδηγώντας τη θεσµική εξουσία σε αµηχανία, µπέρδεµα και το πιο αστείο από όλα, στο να πάρει πίσω νοµοσχέδια χωρίς να της το ζητήσει κανείς… Να θυµηθούµε ότι η εξέγερση του Δεκέµβρη δεν είχε συγκεκριµένα αιτήµατα. Τη σηµερινή αίσθηση µαταιότητας σε σχέση µε τη λογική των αιτηµάτων και του κοινωνικού κράτους ως µεθοδολογίας επίλυσης συγκρούσεων ενισχύει και η εικόνα παρακµής των φορέων που την εκφράζουν. Όχι ότι στο παρελθόν δεν υπήρξαν µαχητικά σωµατεία αλλά σήµερα είναι σηµαντικό να καταγράψουµε την εικόνα τους και να προσπαθήσουµε να βρούµε τις αιτίες τις παρακµής τους για να βγάλουµε ίσως χρήσιµα συµπεράσµατα. Ας δούµε το παράδειγµα της Κωνσταντίνας Κούνεβα, της µαχητικής συνδικαλίστριας, που επεδίωξε τα αυτονόητα γι’αυτήν και τις συναδέλφισσές της και δέχτηκε αυτήν την δολοφονική επίθεση. Ο επίσηµος γραφειοκρατικός συνδικαλισµός της γύρισε κραυγαλέα την πλάτη και χρειάστηκαν κάποια «µορφώµατα» και οµάδες, που ξεπήδησαν ή ενισχύθηκαν από την εξέγερση του Δεκέµβρη, για να αναδείξουν το ζήτηµα. Χαρακτηριστικό παράδειγµα η κατάληψη του εργατικού κέντρου Θεσσαλονίκης, το οποίο υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει περίπου 300.000! εργαζόµενους, από τους οποίους ελάχιστοι ευαισθητοποιήθηκαν, είτε επικαλούµενοι την απογοήτευση και σιχαµάρα τους για τους συνδικαλιστές αντιπροσώπους τους είτε εκφράζοντας µια κυνική αδιαφορία του στυλ: «ε, και τώρα τι να κάνουµε». Οι αιτίες της τραγικής αυτής εικόνας βρίσκονται για εµάς στην ίδια τη δοµή του και στην αντίληψη που αυτή δηµιουργεί στους εργαζόµενους. Η ιεραρχική δοµή (εκλογή αντιπροσώπων και διοικητικών συµβουλίων) σε συνδυασµό µε την προσπάθεια της θεσµικής εξουσίας για ενσωµάτωση και χειραγώγηση, έχει ως αποτέλεσµα τη σταδιακή µετατροπή των πρώτων, σε υπαλλήλους των εκάστοτε κυβερνήσεων και κοµµάτων. Αποτέλεσµα αυτής της δοµής είναι η αποµάκρυνση της βάσης των εργαζοµένων από την ουσιαστική λειτουργία του σωµατείου, την παραίτηση και την αδιαφορία για τα προβλήµατα του κλάδου αλλά και την αποκοπή των όποιων συνεκτικών δεσµών µε τα άλλα σωµατεία και τους εργαζόµενους (κατακερµατισµός). Όλη αυτή η προβληµατική διαδικασία απεικονίζεται στις πορείες-κηδείες, που καταλήγουν έξω από κάποιο υπουργείο για να επιδώσουν ψηφίσµατα διαµαρτυρίας στον κύριο υπουργό. Ψηφίσµατα, που την επόµενη στιγµή θα καταλήξουν στον κάλαθο των αχρήστων. Βάση λοιπόν αυτής της προσέγγισής θα θέλαµε να διασαφηνίσουµε τη σύνδεσή µας µε την ανοιχτή συνέλευση ενάντια στις εργολαβίες στο α.π.θ. Φυσικά και αντιλαµβανόµαστε ότι η ικανοποίηση του αιτήµατός για µονιµοποίηση των εργαζοµένων θα τους φέρει σε καλύτερη θέση από το να δουλεύουν σε καθεστώς δουλεµπορίου. Ωστόσο η ικανοποίηση αυτού του αιτήµατος δεν αποτελεί για εµάς αυτοσκοπό. Επιδίωξή µας είναι, µε αφορµή αυτό το αίτηµα, να συµβάλλουµε προς µία κατεύθυνση που θα φέρει κοντά τα διάφορα κατακερµατισµένα κοινωνικά κοµµάτια, σε µια προσπάθεια να σπάσουµε τις ταυτότητές µας (εργαζόµενοι σε διαφορετικούς κλάδους, άνεργοι, φοιτητές, µετανάστες), όπως πιστεύουµε ότι επιδιώκει και αυτή η συνέλευση και να τονίσουµε τις αµεσοδηµοκρατικές και αδιαµεσολάβητες διαδικασίες ως απαραίτητα εργαλεία για την συνολική κοινωνική απελευθέρωση. Αν λοιπόν αρνηθούµε την αναπαραγωγή των στερεότυπων που πηγάζουν από την όποια ταυτότητά µας και υιοθετήσουµε τις οριζόντιες διαδικασίες, µπορούµε να φτιάξουµε πολλά τέτοια δυναµικά µορφώµατα είτε αυτοοργανωµένες οµάδες µε εργαζόµενους σε διαφορετικούς κλάδους µαζί µε άνεργους είτε αυτοοργανωµένα σωµατεία βάσης ενός συγκεκριµένου κλάδου. Μορφώµατα, για τα οποία η διεκδίκηση κάποιου αιτήµατος, δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από µια αφορµή για την συνολική διεκδίκηση της ζωής µας.


ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ

Ιουνίου 9, 2008

Η γαλλική λέξη syndicat που στα αγγλικά μεταφράζεται ως union αποτέλεσε μια έννοια ορόσημο τα τελευταία 100 τουλάχιστον χρόνια. Οι ενώσεις των εργατών υπήρξαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα το απόσταγμα μακρόχρονων αγώνων και οργανωτικών προσπαθειών. Αποτέλεσαν την οργανωτική μορφή που οι εργαζόμενοι εφηύραν για να σταθούν απέναντι στα αφεντικά και το κράτος. Ο χώρος δουλειάς, ως ένας κατεξοχήν μαζικός χώρος, συνδέθηκε με το συνδικάτο. Το συνδικάτο συμπύκνωσε τη σύγκλιση των ταξικών συμφερόντων των εργαζομένων. Από τη στιγμή που η μισθωτή εργασία άρχισε να επεκτείνεται έπειτα από αιώνες φεουδαρχικών σχέσεων, οι εργάτες διαπίστωσαν ότι μπορούν να προβούν σε συλλογική διαπραγμάτευση και αυτή να γίνει για το δικό τους συμφέρον.

Πέρα όμως από αυτό, πέρα από τη δυνατότητα συλλογικής διαπραγμάτευσης με τον εργοδότη και το κράτος, το συνδικάτο αποτέλεσε μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Οι βραδιές λογοτεχνίας, οι εκδρομές, η οργάνωση συσσιτίων κτλ. από τα συνδικάτα στα σπάργανά τους, ήταν παραδείγματα μιας νέας κοινωνικής οργάνωσης. Μιας μορφής, που αναμφίβολα, υπήρξε η μήτρα αναρίθμητων εξεγέρσεων και το αποκούμπι της ελπίδας για μια ευρεία κοινωνική αλλαγή. Η εικόνα των Αμερικανών εργατών, που δεν ήξεραν να διαβάζουν, να γεμίζουν αίθουσες για να ακούσουν μέλη του συνδικάτου να διαβάζουν ποίηση και λογοτεχνία συμπυκνώνει τη δυναμική για το σύνολο της ζωής που αντιπροσώπευαν οι εργατικές ενώσεις. Το επαναστατικό πρόταγμα ήταν για πάρα πολλά χρόνια συνυφασμένο με το συνδικαλιστικό κίνημα, η παραγωγή ανατρεπτικής πολιτικής γεννιόταν και κυκλοφορούσε στα συνδικάτα. Η γενική απεργία μπορούμε να πούμε ότι, έστω και στιγμιαία, δημιουργούσε μια προβολή όλων των πόθων και των προσδοκιών του επαναστατικού κινήματος: το μπλοκάρισμα της καπιταλιστικής σχέσης με έναν επιθετικό τρόπο από τη μία και την απελευθέρωση του σκλαβωμένου χρόνου από την άλλη. Στιγμές ενός σχεδίου που φαίνονταν να φλερτάρει έντονα με ένα γενικό κοινωνικό μετασχηματισμό.

Μετά από το πρώτο κύμα του επαναστατικού συνδικαλισμού, που σε μεγάλο βαθμό διαπνεόταν από χαρακτηριστικά αυτό-οργάνωσης των εργατών, και αφού το συνδικάτο δεν ανέτρεψε την υπάρχουσα κατάσταση, αποτέλεσε αναμενόμενα «το μήλον της έριδος». Ήταν ένας νέος σχετικά πόλος κοινωνικής εξουσίας στον οποίο ήθελαν να ηγεμονεύσουν τα πολιτικά κόμματα, το κράτος, οι εργοδότες. Αυτό φυσικά συνέβαινε από την αρχή της γένεσης των συνδικάτων, αλλά με την ύφεση των εργατικών αγώνων εντάθηκε. Και έτσι έγινε. Τα συνδικάτα άρχισαν σιγά-σιγά να αποτελούν όχι μορφές οργάνωσης της προλεταριακής επιθετικότητας, αλλά κυρίως μορφές διαμεσολάβησής της, λείανσης των απαιτήσεων των εργαζομένων, «προσγείωσης σε ρεαλιστικούς στόχους» των προσδοκιών για ριζική κοινωνική αλλαγή. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι και τα ταμεία αλληλεγγύης που έστησαν αρχικά οι εργάτες μέσα από το συνδικάτο έγιναν σιγά-σιγά κρατικά ταμεία. Το συνδικάτο περιορίστηκε σε ένα θεσμικό αμορτισέρ απορρόφησης των κραδασμών από τα αντικρουόμενα συμφέροντα των εργαζομένων και των αφεντικών. Πολλές φορές, και ενώ τυπικά το συνδικάτο εκπροσωπούσε τους καταπιεσμένους, είχε στην ουσία μετατραπεί σε ένα μηχανισμό διαφύλαξης της κοινωνικής ειρήνης με το ελάχιστο κοινωνικό κόστος. Παράλληλα, αποτελούσε και ένα μηχανισμό εκκαθάρισης των (ακόμα) ανυπότακτων εργαζομένων. Η αυτοοργανωμένη απεργία, το σπάσιμο της διαμεσολάβησης, δυσφημούνται από το θεσμικό συνδικαλισμό. Τα παραδείγματα απεργιών που σαμποτάρονται όταν γίνονται επικίνδυνες ή αγώνων που ξεπουλιούνται από τα ηγετικά συνδικαλιστικά στελέχη, τόσο στην Ελλάδα, όσο και παντού στον κόσμο αποτελεί κοινό τόπο στη μνήμη όσων αγωνίζονται.

Έτσι σήμερα, η απαξίωση του συνδικάτου ως μιας ανταγωνιστικής στον καπιταλισμό μορφής κοινωνικής οργάνωσης είναι πλέον μεγάλη. Η ταύτιση του συνδικαλισμού με συντεχνιακά αιτήματα και μόνο ξεκινάει τόσο από το ίδιο το κράτος, όσο και από τις εμπειρίες των ίδιων των εργαζομένων. Όσο ο συνδικαλισμός συγκρατούσε την επαναστατική επιθετικότητα, τα συνδικάτα αναγνωρίζονταν ως επίσημος κρατικός συνομιλητής. Σήμερα που η συλλογικοποίηση και ριζοσπαστική δράση φαίνεται να διέρχονται μια βαθιά κρίση, ο συνδικαλισμός δεν έχει αντικείμενο και γι’ αυτό αποκαθηλώνεται και από το ρόλο του μεσολαβητή (τουλάχιστον συγκριτικά με παλιότερα). Το κόστος για τα αφεντικά από συνδικαλιστικές δράσεις είναι συχνά τόσο μικρό, που μπορούν άνετα να κατηγορούν το κράτος για «αναλγησία απέναντι στους απεργούς»…

Το κενό που αφήνει το «κοινωνικό τέλμα» του συνδικάτου είναι καταρχήν ένα κενό πολιτικό και δευτερευόντως ένα κενό στη μορφή οργάνωσης. Η μορφή οργάνωσης των καταπιεσμένων, αντίθετα με διάφορες επαναστατικές δοξασίες, δεν ξεπηδάει ούτε από αρχέγονα ένστικτα, ούτε από κάποια θεϊκή επιφώτιση, αλλά από τις άμεσες κοινωνικές συνθήκες και την ανάγκη συγκεκριμένης απάντησης σε αυτές. Όμως στο μεταβιομηχανικό καπιταλισμό των δυτικών χωρών, που η πίεση του αυτοματισμού έχει διαλύσει τους μαζικούς χώρους εργασίας πολλά φαίνεται να έχουν αλλάξει. Επιπλέον, η άνοδος της ποιότητας ζωής, που με αγώνες επιτεύχθηκε, έγινε η μαύρη τρύπα της μνήμης και την γνώσης των ίδιων των εργαζομένων. Έτσι σήμερα, όλα αυτά που κατακτήθηκαν ροκανίζονται εύκολα από το κράτος και τα αφεντικά, που παίζουν χωρίς (νέο) αντίπαλο.

Στο δίλημμα αν η απάντηση είναι τα παραδοσιακά συνδικάτα ή ο ατομικός αγώνας ανέλιξης, δεν υπάρχει από την πλευρά μας αμηχανία. Απορρίπτουμε το δεύτερο, και θεωρούμε ότι η επιστροφή στον κλασσικό συνδικαλισμό και στους θεσμούς του είναι καταδικασμένη να ενισχύσει πρόσκαιρα μια σοσιαλδημοκρατική – αριστερή ροπή του κράτους και μακροπρόθεσμα θα στραφεί ξανά εναντίον μας, όπως τόσες φορές στο παρελθόν. Έτσι, το ερώτημα μιας κοινωνικής-πολιτικής ανασύνθεσης και μιας μορφής οργάνωσης της είναι επιτακτικό, όσο ποτέ. Και η απάντηση σε αυτή την αναγκαιότητα της εποχής δεν θα είναι το αποτέλεσμα ούτε μια καλής ιδέας, ούτε μιας φαντασμαγορικής προπαγάνδας. Η απάντηση θα είναι το αποτέλεσμα ενός διαρκούς πειραματισμού σε αγώνες μικρούς ή μεγάλους, απ’ όσους θέλουν και δοκιμάζουν να εφεύρουν νέες μορφές οργάνωσης των «από κάτω».

Ίσως να απαιτείται μια μακρά τέτοια περίοδος διάχυσης πειραμάτων αγώνα για να αρχίσει να συγκροτείται κάτι πιο συμπαγές, όπως κάποτε το συνδικάτο. Σε αυτή την προσπάθεια, το τέλος των προσδοκιών των κομμάτων και των ιεραρχικών μηχανισμών δεν λειτουργεί απαραίτητα υπέρ μας. Η κοινωνία των πολιτών (που ο πολιτικός της ορίζοντας δεν φθάνει πέρα από τα όρια ενός πιο ανθρώπινου καπιταλισμού) μεταχειρίζεται ακριβώς αυτήν τη νέα «αμεσοδημοκρατία των ατομισμών». Από τους οικολόγους μπλόγκερς, που απαγορεύουν τα πολιτικά πανό στις διαδηλώσεις τους, μέχρι τη «γενιά των 700€» που παραπονιέται για τους αντιπαραγωγικούς εργαζόμενους των δημοσίων συγκοινωνιών, το στοίχημα μια επανεφεύρευσης του κοινωνικού ανταγωνισμού απομακρύνεται όλο και περισσότερο, όσο η οριζόντια οργάνωση παραμένει μόνο ζήτημα μορφής και όχι και περιεχομένου. Γιατί αυτό που μας λείπει δεν είναι μόνο η περισσότερη συμμετοχή ή η συνδιαχείριση στον καπιταλισμό, αλλά μια συνεκτική και πολλαπλή ταυτόχρονα διαδικασία «εξόδου» σε περιεχόμενο και μορφή, όπως ίσως ήταν το συνδικάτο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα…


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.