Απριλίου 7, 2009

out


EDITORIAL

Απριλίου 7, 2009

Εδώ και µερικούς µήνες υπάρχει µία διαρκής κουβέντα γύρω από την οικονοµική κρίση και τις διάφορες πτυχές της. Τα τηλεοπτικά κανάλια προβάλλουν καθηµέρινα το θέµα: µιλάνε για επιχειρήσεις που κλείνουν, για µαζικές απολύσεις εργαζοµένων, για τιµές που αυξάνονται…Έχουν αναλάβει τον ρόλο της ιδεολογικής διαχείρησης της κρίσης δίνοντας την εικόνα ότι ανήκει σε όλους µας. Όλοι µας ευθυνόµαστε και πρέπει να βοηθήσουµε να βγούµε από αυτήν. Μέσα σε αυτό το κλίµα φόβου και γενικευµένης ανασφάλειας, από την οθόνη της τηλεόρασης και τις εφηµερίδες, καθηµερινά εµφανίζονται ειδικοί που µέσα από την «αντικειµενικότητα της επιστήµης» µάς εξηγούν ότι πρόκειται για µία δύσκολη περίοδο και θα πρέπει όλοι µαζί να την υποµείνουµε, µε απώτερο στόχο τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης. Και ποιοί είµαστε εµείς που περνάµε αυτή την κρίση…;

Κρίση περνάει ο καπιταλισµός… Βέβαια, αυτοί που την πληρώνουν είναι όσες και όσοι ζουν σε έναν καπιταλιστικό κόσµο. Αυτές είναι που θα απολυθούν, αυτές είναι που θα µείνουν απλήρωτες για µήνες ή θα δουλεύουν αναγκαστικά λιγότερες ώρες, ώστε να µειωθεί ο µισθός τους, ενώ µπορεί να νιώθουν ότι το αφεντικό τούς κάνει χάρη που δεν τις απέλυσε. Μια τέτοια κατάσταση οδηγεί όλο και περισσότερο σε µία βίαιη υποβάθµιση των όρων ζωής. Το µέλλον φαντάζει όλο και πιο αβέβαιο.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίµα, όµως, ζήσαµε και την εµπειρία των ηµερών του δεκέµβρη που είχαν εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά και µέσα σε αυτές είδαµε ότι διαφορετικές καταστάσεις είναι δυνατό να βιωθούν. Ο δρόµος ήταν για αρκετές µέρες το πεδίο συνάντησης ανθρώπων που, µέχρι τότε, δεν έτυχε να συνευρεθούν αλλού και να µοιραστούν τις αρνήσεις τους. Και βρίκονταν εκεί για µέρες, χωρίς κανέναν από τα πάνω σχεδιασµό και χωρίς αιτήµατα.

Οι άνθρωποι µε τους οποίους συναντηθήκαµε ήταν πολλοί και πολύ διαφορετικοί µεταξύ τους. Κανένας δεν κουβαλούσε µία µόνο ταυτότητα, δεν ήταν µονάχα αριστερός, εργαζόµενος, µαθήτρια, γυναίκα, δάσκαλος, άνεργη, µετανάστρια, γονιός, φοιτήτρια, αναρχικός. Ενώ, όσο είµασταν µαζί στο δρόµο, οι ταυτότητες έµοιαζαν να χάνουν όλο και περισσότερο το νόηµά τους. Όλοι εµείς βιώνουµε καθηµερινά την καταπίεση της εξουσίας µε πολλαπλές µορφές. Και οι λόγοι που µας ώθησαν στο δρόµο ίσως ήταν φαινοµενικά απροσδιόριστοι… ή ίσως και να ήταν πολλοί µαζί όπως: η καθηµερινή καταπίεση από τα αφεντικά, η βία που ασκεί το έθνος-κράτος σε µετανάστριες και µετανάστες, οι καθηµερινοί µικροί θάνατοι ή µια συνολική άρνηση αυτής της πραγµατικότητας…

Στον απόηχο των ηµερών του δεκέµβρη ακολούθησε η δολοφονική επίθεση στην Κ.Κούνεβα. Η Κωσταντίνα ως γυναίκα, µετανάστρια, εργαζόµενη στην καθαριότητα, αποτελεί κοµµάτι ενός ευάλωτου εργατικού δυναµικού στα µάτια των αφεντικών, κατάλληλο για την πιο άγρια εκµετάλλευση. Η βία µε την οποία απάντησαν τα αφεντικά της στον αγώνα που έκανε ως συνδυκαλίστρια είναι απόρροια µίας διάχυτης σεξιστικής, ρατσιστικής και ταξικής καταπίεσης.

Μέσα σε ένα σύµπλεγµα εξουσιαστικών σχέσεων, τον εξατοµικευµένο κόσµο που κατασκευάζει ο καπιταλισµός και τον διάχυτο κοινωνικό έλεγχο έχουµε να αντιτάξουµε τη συλλογικοποίηση των αρνήσεών µας. Ένα πεδίο συνάντησης που αφορά αποκλειστικά την εργασία δεν καλύπτει τις ανάγκες των ατόµων για αυτοοργάνωση της καθηµερινότητάς τους και ούτε µπορεί εύκολα πάνω σε αυτή να δηµιουργηθεί µια σταθερή δοµή (αφού τα άτοµα περνούν από τη µια εργασία στην άλλη σε σύντοµα χρονικά διαστήµατα). Αυτό που µας συνδέει είναι η πόλη, οι κοινές καταστάσεις που ζούµε και η κοινή επιθυµία να πάρουµε τις ζωές µας στα χέρια µας.

Η σύγκρουση µε αυτήν την πραγµατικότητα δεν έχει λόγους να τερµατιστεί, αφού ό,τι την προκάλεσε παραµένει. Οι µέρες του δεκέµβρη ήταν αποτέλεσµα συσσωρευµένης οργής, η οποία δεν παύει να βράζει µέσα στο κοινωνικό σώµα. Τίποτα δεν ξεκίνησε τώρα και σίγουρα δεν τέλειωσε…


ΦΥΛΟ και ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΑ

Απριλίου 7, 2009

Ζούµε σε µία περίοδο που χαρακτηρίζεται από την απώλεια της σταθερότητας. Στην εργασία (µερικής απασχόλησης, ορισµένου χρόνου, ενοικιαζόµενη, µαύρη, κ.α.), στους µισθούς, στα διαφορετικά επαγγελµατικά µονοπάτια που αναγκάζεται ή επιλέγει να ακολουθήσει κανείς, στο µέρος διαµονής του ατόµου, στις προσωπικές σχέσεις.

Στις µέρες µας η εργασία δεν λαµβάνει χώρα κατά κύριο λόγο σε καθορισµένα παραγωγικά σηµεία όπως είναι τα µεγάλα εργοστάσια και γραφεία, τα οποία ιστορικά έχουν υπάρξει χώροι κατασκευής σχετικά σταθερών ταυτοτήτων τόσο κοινωνικά όσο και πολιτικά. Το χαρακτηριστικό της σταθερότητας ήταν για καιρό συνδεδεµένο µε την εργασία της λεγόµενης φορντικής περιόδου. Το κράτος πρόνοιας, το οποίο αποτέλεσε έναν παράγοντα ασφάλειας, ιδρύθηκε και περιστράφηκε γύρω από την έννοια της σταθερής δουλειάς η οποία επίσης βασίστηκε στην κανονικοποίηση του κύκλου της ζωής του ατόµου. Σήµερα βρισκόµαστε σε ένα ιστορικό µεταβατικό σηµείο όπου η εργασία και η κοινωνική οργάνωση επανακαθορίζονται. Έχουµε έναν µετασχηµατισµό της εργασίας που ακολούθησε την κοινωνία της κατανάλωσης ελαστικοποιώντας την εργασίας. Νέες µορφές εργασίας έχουν διαµορφώσει αυτή την πραγµατικότητα οι οποίες σχετίζονται µε τοµείς όπως για παράδειγµα του επισιτισµού (π.χ. fastfood) και γενικότερα των υπηρεσιών (π.χ. τηλεφωνικά κέντρα).

Τα παραδοσιακά σχήµατα ανάλυσης της εργασίας έχουν την τάση να επικεντρώνονται σχεδόν εξολοκλήρου σε ένα στιβαρό οµογενοποιητικό σχήµα της εργασίας και των κοινωνικών σχέσεων, που περιστρέφεται κυρίως γύρω από τη δοµή της οικογένειας δηµιουργώντας ρόλους που διαµορφώνει το εργασιακό τοπίο. Κλασικό σχήµα είναι ένας ενήλικος άντρας, πατέρας και ο µόνος εισοδηµατίας, συνήθως ως µισθωτός µε σταθερή δουλειά. Αυτός ο τρόπος σκέψης έχει συµβάλει στο να γίνει αντιληπτή η εργασία µέσα από ένα πρίσµα διαχωρισµών µεταξύ πληρωµένης και απλήρωτης δουλειάς, µεταξύ δηµόσιας και ιδιωτικής σφαίρας και παράλληλα έχει διαµορφώσει µία ολόκληρη ηθική της εργασίας που θέτει τους δικούς της κανόνες στο «πώς πρέπει να ζει ένα άτόµο». Με αυτό τον τρόπο έχει παραχθεί ένας στενός ορισµός της εργασίας που διαχωρίζει την πληρωµένη µισθωτή εργασία από την απλήρωτη οικιακή εργασία. Αυτά τα εννοιολογικά όρια αµφισβητήθηκαν από το εργατίστικο φεµινιστικό κίνηµα της δεκαετίας του ‘70 το οποίο ενέτασσε στην γυναικεία εργασία τον γενικότερο ρόλο της γυναίκας στην ανατροφή των παιδιών που θα αποτελέσουν την µελλοντική εργατική δύναµη, την φροντίδα του άντρα-εργάτη και γενικότερα την οικιακή εργασία. Τις δεκαετίες του ‘80 και ‘90 γίνεται µία µαζική είσοδος γυναικών στην αγορά εργασίας το οποίο αποτελεί ταυτόχρονα ανάγκη λόγω της υποχώρησης του εισοδήµατος αλλά και ένα από τα κάτω κοινωνικό αίτηµα.

Στη σύγχρονη εργασιακή πραγµατικότητα οι έµφυλες διακρίσεις δεν είναι τόσο ξεκάθαρα ορατές όσο στο παρελθόν και οι έµφυλες ταυτότητες που ισχυροποιούνται µέσα από την εργασία ίσως είναι λιγότερο απόλυτες. Βέβαια οι διαχωρισµοί δεν παύουν να υπάρχουν και να διαπερνούν τις ζωές µας, αναπαράγοντας πολλαπλούς καταναγκασµούς και ενισχύοντας διαφορετικούς ρόλους.

Το κοινωνικό φύλο

Το φύλο, µαζί µε τα στοιχεία που θεωρείται ότι αυτό φέρει, σαν κάτι εν γένει δεδοµένο, γίνεται αντιληπτό από την κυρίαρχη κουλτούρα ως ένα χαρακτηριστικό που προσδίδεται στον καθένα από την φύση του. Έτσι, κατά κύριο λόγο, ως φυσικά χαρακτηριστικά µιας γυναίκας µπορεί να θεωρούνται η τρυφερότητα, η στοργή, η θελκτικότητα, η περιποίηση, η ευγένεια, ενώ ενός άντρα ο δυναµισµός, η σταθερότητα, η ορµή, η αποφασιστικότητα, η ετοιµότητα να λαµβάνει πρωτοβουλίες, η σκληρότητα. Επίσης, θεωρείται φυσικό, τα άτοµα, λόγω του φύλου τους να υιοθετούν συγκεκριµένους ρόλους και ανάλογα µε το πόσο ορθά ανταποκρίνεται ο καθένας σε αυτούς να απολαµβάνει τελικά και της αντίστοιχης κοινωνικής αποδοχής.

Κάπως έτσι, διαµορφώνονται οι έµφυλες ταυτότητες, που αναπαράγονται µέσω της κοινωνικοποίησης και παγιώνονται, τελικά, στην αντίληψη των ατόµων ως κάτι το φυσιολογικό, ενώ παράλληλα, ενσωµατώνονται στις συµπεριφορές τους. Ωστόσο, στο βαθµό που τα άτοµα επιθυµούν να εκφραστούν έξω από τα όρια τους, αυτές οι έµφυλες ταυτότητες αποτελούν καταναγκασµούς που περιορίζουν την ελευθερία και γίνονται ένας µηχανισµός ελέγχου που καθορίζει τις συµπεριφορές, τις σχέσεις ή και τη θέση του ατόµου στο κοινωνικό σύνολο. Όταν, λοιπόν, αναφερόµαστε στα έµφυλα χαρακτηριστικά, για µας είναι ξεκάθαρο ότι πρόκειται για µια κοινωνική κατασκευή και σε καµία περίπτωση για κάτι που οφείλεται σε βιολογικά αίτια.

Φύλο και εργασία

Το ζήτηµα που προκύπτει στο παρόν κείµενο είναι να διερευνήσουµε πώς εµφανίζεται το φύλο (οι έµφυλοι διαχωρισµοί, οι ρόλοι, οι καταναγκασµοί) µέσα στην συνθήκη της εργασιακής και υπαρξιακής επισφάλειας που βιώνεται όλο και περισσότερο από τους ανθρώπους τα τελευταία χρόνια. Μια παρατήρηση που κάνουµε είναι ότι σίγουρα η επισφάλεια δεν είναι ουδέτερη από άποψη φύλου. Για τους σκοπούς του κειµένου παραθέτουµε δύο κύριες οπτικές όσον αφορά στο πώς εµφανίζονται οι έµφυλες ταυτότητες στην επισφάλεια. Η πρώτη οπτική περιγράφει πώς το φύλο αναπαράγεται στην εργασία και κατά συνέπεια χρησιµοποιείται από αυτήν. Η δεύτερη το πώς ο θεσµός της οικογένειας και οι διαχωρισµοί φύλου που εµπεριέχει αλληλοδιαπλέκεται µε την επισφαλή συνθήκη ζωής.

1) Τα κυρίαρχα κοινωνικά φαντασιακά για τα φύλα χρησιµοποιούνται και αναπαράγονται από την εργασία.

Οι έµφυλοι ρόλοι µέσα στις εργασιακές σχέσεις γίνονται αντικείµενο αγοραπωλησίας καθώς στα πλαίσια της επισφαλούς συνθήκης όλα τα στοιχεία της προσωπικότητας του ατόµου έχουν πολύ περισσότερο συµµετοχικό ρόλο στην παραγωγική διαδικασία. Για να επιβιώσει το άτοµο µέσα σε µία αβέβαιη συνθήκη που είναι πιο επισφαλής και άρα πιο ανταγωνιστική πρέπει να παίζει ακόµα πιο σωστά τον έµφυλο ρόλο του. Σε αυτό το επίπεδο οι εκβιασµοί οξύνονται χωρίς όµως να µπορούµε να πούµε µε ποιόν τρόπο συµβαίνει αυτό κάθε φορά. Άλλες φορές γίνεται προς µία κατεύθυνση διαχωρισµού των φύλων και άλλες προς µία τάση οµογενοποίησής τους. Ας πάρουµε για παράδειγµα στον τοµέα των πωλήσεων. Σε κάποια καταστήµατα η γυναικεία φιγούρα χρησιµοποιείται για να προσφέρει την αίσθηση της περιποίησης, την δηµιουργία του ευχάριστου κλίµατος ενώ ο άντρας αναλαµβάνει να εµφυσήσει στον πελάτη το αίσθηµα της εµπιστοσύνης και της σιγουριάς. Ενδεικτικό είναι ότι στις περισσότερες αλυσίδες καταστηµάτων µε είδη ηλεκτρονικών υπολογιστών χρησιµοποιούνται άντρες για την εξυπηρέτηση στα ράφια µε τα προϊόντα ενώ στο ταµείο βρίσκονται γυναίκες. Αντίθετα άλλα καταστήµατα ακολουθούν µία γραµµή περισσότερο οµογενοποιητική όσον αφορά στα φύλα, οι υπάλληλοι φοράν παρόµοια ένδυση ώστε να προσοµοιάζουν µία κοινή οµάδα και να δηµιουργούν µε τον τρόπο αυτό ένα φιλικό κλίµα προς τον πελάτη. Επίσης lifestyle εν µέσω έµφυλης ταυτότητας και εργασιακό περιβάλλον φαίνεται να διαπλέκονται, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση καταστηµάτων κινητής τηλεφωνίας όπου σε κάποια εργάζονται είτε µόνο εµφανίσιµοι άντρες είτε µόνο εµφανίσιµες γυναίκες.

Σηµαντικό είναι να αναφερθούµε στον αναπτυσσόµενο κλάδο των υπηρεσιών φροντίδας (babysitting, φροντίδα ηλικιωµένων) όπου τα «θηλυκά» χαρακτηριστικά της τρυφερότητας και της περιποίησης χρησιµοποιούνται κατά κόρον. Το ίδιο µπορεί να συµβαίνει και σε άλλους τοµείς όπως σε τηλεφωνικά κέντρα και στο σέρβις σε µπαρ ενώ δουλειές που απαιτούν πιο τεχνικές γνώσεις και είναι περισσότερο χειρονακτικές θεωρείται ότι αφορούν περισσότερο το αντρικό φύλο. Σε κάθε περίπτωση η κατανοµή των ρόλων εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά του χώρου εργασίας και το πως αυτός χειρίζεται τους έµφυλους διαχωρισµούς.

2) Ο θεσµός της οικογένειας και οι διαχωρισµοί φύλου που εµπεριέχει αλληλοδιαπλέκεται µε την επισφαλή συνθήκη ζωής

Tο πλέγµα των κοινωνικών σχέσεων και αξιών καθορίζει, στον βαθµό που µπορεί, τις επιλογές των ατόµων προς συγκεκριµένες κατευθύνσεις στις ζωές τους. Εδώ θα επικεντρώσουµε στον θεσµό της οικογένειας ως µία αφετηρία επισφαλών κατευθύνσεων ζωής σε σχέση πάντα µε την αναπαραγωγή της έµφυλης ταυτότητας.

Oσο υποχωρούν οι δεσµοί αλληλεγγύης στην κοινωνία (π.χ σε επίπεδο γειτονίας, µέσα στην ίδια την εργασία) τόσο εντείνεται ο ρόλος της οικογένειας και οι οικογενειακοί δεσµοί µε όλους τους προσωπικούς συµβιβασµούς που περιλαµβάνει αυτό. Στις µέρες µας ο θεσµός της οικογένειας µεταλλάσσεται, έχοντας όµως πάντα µία κοινή αναφορά, και αυτό αποτελεί ένα σηµαντικό σηµείο του γενικότερου κοινωνικού επανακαθορισµού. Ένας από τους ρόλους της οικογένειας, ιδιαίτερα στην ελληνική πραγµατικότητα, είναι να αποτελεί µία άτυπη µορφή κράτους πρόνοιας ελλείψει βέβαια του πραγµατικού. Αυτός ο παράγοντας είναι από µόνος του πολύ σηµαντικός στη µελέτη για το πώς η οικογένεια ως βασική µονάδα αναπαραγωγής της έµφυλης ταυτότητας τροφοδοτεί την επισφαλή συνθήκη.

Aρχικά περνάµε στο κλασικό µοντέλο της οικογένειας όπου βασικός ρόλος του άντρα είναι να εξασφαλίζει το οικονοµικό κοµµάτι ενώ η διαχείριση του σπιτιού και η ανατροφή των παιδιών είναι ευθύνη της µητέρας. Δεν πρόκειται για έναν διακανονισµό εργασιών αλλά για την αναπαραγωγή της έµφυλης ταυτότητας µε ό,τι χαρακτηριστικά αυτή ορίζει. Οι δουλείες του σπιτιού και η ανατροφή των παιδιών µας παραπέµπουν στη φροντίδα, τη στοργικότητα και την ευαισθησία. Αντίθετα, η εργασία και η διαχείριση των οικονοµικών απαιτεί δυναµικότητα, αποφασιστικότητα και διεκδίκηση. Αυτές οι περιγραφές φωτογραφίζουν απόλυτα την ήδη ορισµένη έµφυλη ταυτότητα. Με βάση αυτό το µοντέλο οικογένειας µπορούµε να πούµε ότι υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που µία γυναίκα δουλεύει για ένα συµπληρωµατικό εισόδηµα (στο σπίτι), αφού άλλες είναι οι κατά βάση ευθύνες της. Με αυτόν τον τρόπο επιβιώνουν δουλειές, όπως για παράδειγµα η πώληση προϊόντων τηλεφωνικά από το σπίτι µε ποσοστά επί των πωλήσεων, προώθηση προϊόντων από σπίτι σε σπίτι, κ.α. Μιλάµε δηλαδή για δουλειές που γίνονται από το σπίτι.

Eίναι γεγονός ότι όσο περνάνε τα χρόνια συναντάµε όλο και λιγότερο το παραπάνω µοντέλο οικογένειας. Οι λόγοι είναι ένας συνδυασµός διεκδικήσεων αλλά και οικονοµικών απαιτήσεων της σύγχρονης καταναλωτικής κοινωνίας. Είναι σηµαντικό βέβαια να διευκρινίσουµε πως το κυρίαρχο µοντέλο σαν επιλογή της κοινωνίας δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα κατεύθυνση καθώς η κύρια γραµµή για το ποιός πρέπει να εξασφαλίζει το οικονοµικό κοµµάτι σε αντιδιαστολή µε τη διαχείριση του σπιτιού και την ανατροφή των παιδιών παραµένει η ίδια. Έτσι η βασική αλλαγή για την οικογενειακή πραγµατικότητα όπου εργάζονται και οι 2 γονείς είναι ότι για την γυναίκα απλά προστέθηκε και η εργασία. Εδώ έρχεται η συνθήκη της επισφάλειας να επωφεληθεί καθώς δηµιουργείται η ανάγκη για την κάλυψη θέσεων ηµιαπασχόλησης, θέσεων δηλαδή που τα ωράρια τους είναι αρκετά ευέλικτα έτσι ώστε να υπάρχει χρόνος για τη φροντίδα των παιδιών και του σπιτιού. Σηµαντικό ρόλο σε αυτή τη συνθήκη παίζει η απουσία υπηρεσιών κράτους πρόνοιας οπότε εντείνεται η αναγκαιότητα για εύρεση µίας λύσης και αυτή η λύση είναι είτε δουλεία µε µειωµένο ωράριο είτε επιστράτευση της γιαγιάς. Αυτές ήταν κάποιες ενδεικτικές περιπτώσεις για το πως η επισφάλεια εντείνεται στηριζόµενη σε ένα φάσµα συνθηκών που διαπερνώνται από την έµφυλη πραγµατικότητα.

Το φύλο στην επισφαλειοποίηση των ζωών µας

Oταν ένα άτοµο περιγράφει την ζωή του προσδιορίζει το δικό του µοντέλο επισφάλειας και µαζί µε αυτό τη δική του έµφυλη πραγµατικότητα. Μπορεί, για παράδειγµα, µία γυναίκα να πιστεύει ότι αν ήταν άντρας θα ένιωθε µεγαλύτερη πίεση να δουλεύει επισφαλώς επειδή δεν θα µπορούσε να στηρίξει την οικογένειά της όπως ορίζει το πρότυπο της ανδρικής εργασίας. Αντίστροφα µπορεί ένας άντρας επισφαλής εργαζόµενος να πιστεύει ότι αν ήταν γυναίκα θα είχε καταφέρει να αποκτήσει µία σταθερή δουλειά. Για κάποιον µπορεί να σηµαίνει να µην ξέρεις πότε θα πληρωθείς, για κάποια άλλη, που εργάζεται µαύρα, µπορεί να σηµαίνει να νοιώθεις στην δουλειά σου σαν φιλοξενούµενη και ότι διαρκώς χρωστάς κάτι σε κάποιον. Για κάποια έγκυο, επισφάλεια µπορεί να σηµαίνει να δουλεύεις µέχρι το βράδυ, επειδή δεν υπάρχει κάποια άδεια µητρότητας που να εξασφαλίσει την ανάγκη απουσίας από τη εργασία για µία χρονική περίοδο. Από µόνο του το ζήτηµα της εγκυµοσύνης στην επισφάλεια είναι τεράστιο καθώς η συνεχόµενη ανασφάλεια και αβεβαιότητα καθιστούν σχεδόν απαγορευτικό τον σχεδιασµό του, σε βαθµό που θα µπορούσαµε να µιλήσουµε για την δηµιουργία συνθηκών ενός νέου βιοπολιτικού ελέγχου.

Kλείνοντας κρίνουµε σηµαντικό να πούµε ότι για εµάς τα όρια µεταξύ εργασίας και µη-εργασίας είναι θολά. Θεωρούµε ότι µία ανάλυση για την εργασία µπορεί να διεξαχθεί µόνο φωτίζοντας τις ποικίλες αδιαχώριστες σφαίρες που συνιστούν την ζωή των ατόµων, δεδοµένου ότι η οργάνωση και διαµόρφωση της εργασίας δεν µπορούν να εξηγηθούν µόνο µε τους όρους του ‘τι είναι η εργασία αυτή καθεαυτή’. Για να ξεφύγουµε από αυτά τα στενά όρια µιλάµε για την «επισφαλειοποίηση των ζωών µας». Σκοπός µας είναι να ψηλαφίσουµε και να περιγράψουµε αυτή την µεταβαλλόµενη συνθήκη προεκτείνοντας τους περιορισµούς και τα νοήµατα της εργασίας στην σφαίρα της κοινωνικότητας. Μέσα από µία τέτοια οπτική προσπαθούµε να εξερευνήσουµε τον κόσµο της εργασίας και τον τρόπο µε τον οποίο η λειτουργία και η αξία του καθορίζονται από έναν πλουραλισµό σχέσεων και αλληλοδιαπλοκών. Έτσι γίνεται δυνατό να συλλάβουµε την εργασία ως µία δυναµική οµαδοποίηση πρακτικών και αναπαραστάσεων τα οποία σε διαφορετικά δηµογραφικά, πολιτιστικά και πολιτικά πλαίσια καθορίζουν τις δραστηριότητες, του ρόλους και τις προσδοκίες κάθε φύλου.


«Τα θέλουµε όλα»: Σκέψεις για την λογική των αιτηµάτων στην επισφάλεια

Απριλίου 7, 2009

02

«Τα θέλουµε όλα»: Σκέψεις για την λογική των αιτηµάτων στην επισφάλεια

Τα τελευταία 20 χρόνια εντοπίζουµε µια πορεία επισφαλειοποίησης η οποία επεκτείνεται σε όλα τα φάσµατα της ζωής µας. Η ελαστικοποίηση της εργασία έχει έναν βασικό ρόλο σε αυτό καθώς είναι σαφές ότι η ίδια η εργασιακή εµπειρία µετασχηµατίζει καθοριστικά την εµπειρία της καθηµερινής ζωής, είτε την µισεί κάποιος είτε απλά την ανέχεται. Σε προηγούµενες περιόδους οι εργάτες µπορεί επίσης να βίωναν συνθήκες επισφάλειας όσον αφορά στην επιβίωσή τους αλλά διέθεταν µία αίσθηση κοινότητας που τους ένωνε προς ένα όραµα και µία αγωνιστική διάθεση. Αντίθετα σήµερα η εργασιακή επισφάλεια, σε πιο ήπιες και ψυχολογικοποιηµένες µορφές, πολλαπλασιάζει τις δυνάµεις αδράνειας που ακινητοποιούν τους ανθρώπους, επικρατεί το αίσθηµα της παραίτηση και η ενσωµάτωση ενός ατοµικοποιηµένου φόβου. Ενδεικτικό παράδειγµα αυτού του φόβου για το µέλλον αλλά και µίας γενικότερης τάσης «να προστατέψουµε αυτά που έχουµε» είναι η ιδεολογίας της ασφάλειας που ζητά όλο και περισσότερη αστυνοµία, όλο και περισσότερη επιτήρηση, όλο και περισσότερη κρατική παρέµβαση. Παρατηρούµε, και οφείλουµε να δώσουµε έµφαση σε αυτό, µία τάση οχύρωσης σε αµυντικές ιδεολογίες τις οποίες επικαλούνται τόσο το κράτος, όσο και κοµµάτια της κοινωνίας που εναποθέτουν τις ελπίδες τους στις αγωνιστικές συνταγές του παρελθόντος. Στο παρελθόν ανήκει το φορντικό µοντέλο παραγωγής µερικά χαρακτηριστικά του οποίου ήταν η δηµιουργία στιβαρών κοινωνικών και πολιτικών ταυτοτήτων (π.χ. η ταυτότητα του βιοµηχανικού εργάτη) και η µία και εφ’όρου ζωής σταθερή εργασία. Προχωρώντας προς το µέλλον πρέπει να θυµόµαστε ότι το κράτος πρόνοιας ήταν αποτέλεσµα των συγκεκριµένων ιστορικών συνθηκών και ως τέτοιο δεν µπορεί να επαναληφθεί. Ο εργασιακός µεσαίωνας τoν οποίο διανύουµε δεν µπορεί να απαντηθεί µε αιτήµατα και έναν τρόπο σκέψης µίας περασµένης εποχής. Για συνεχίσουµε αυτή την λογική είναι σηµαντικό να πραγµατευτούµε δύο ερωτήµατα. Το πρώτο έχει να κάνει µε το δίλληµα για µόνιµη και σταθερή δουλειά ή εναλλαγή στις εργασίες. Θεωρούµε ότι το «ιδανικό» της µόνιµης-σταθερής δουλειάς, αν και δεν έχει ατονίσει τελείως (και αυτό φαίνεται π.χ από τις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, τους διαγωνισµούς των τραπεζών κ.α.) έχει αµφισβητηθεί, δεν είναι δηλαδή ένα «ιδανικό» για όλους. Σίγουρα πολύ σηµαντική προς αυτή την κατεύθυνση έχει υπάρξει η ραγδαία ανάπτυξη του τριτογενή τοµέα, των υπηρεσιών ο οποίος έχει δηµιουργήσει επαγγέλµατα που συνδέονται ευκολότερα µε τα άτυπα εργασιακά καθεστώτα (ενώ στο δευτερογενή τοµέα, στη βιοµηχανία, όπου είναι πιο εδραιωµένο το µοντέλο του 5µερου-8ωρου). Τελικά η µόνιµη σταθερή εργασία αµφισβητήθηκε τόσο από τα κάτω π.χ. από την επιθυµία κάποιων νέων και γυναικών να δουλεύουν ευέλικτα όσο και από το κεφάλαιο το οποίο δεν το συµφέρει να αναπαράγει ένα µοντέλο εργασίας που το ’70 και το ’80 γέννησαν µια σωρεία αγώνων. Από την άλλη µεριά, η εναλλαγή στις εργασίες, που είναι σίγουρα µια “πιο πλούσια εµπειρία ζωής”, επιβάλλεται σήµερα µονοµερώς και πολύ βίαια «από τα πάνω» και δεν είναι παρά σπάνια µια ελεύθερη επιλογή των εργαζοµένων. Τι να επιλέξουµε από το δίπολο «µόνιµη-σταθερή» ή «ευέλικτη-προσωρινή» εργασία; Το συγκεκριµένο δίληµµα είναι πλαστό. Όπου και αν βρεθούµε, είτε ως «µόνιµοι» είτε ως «προσωρινοί», είµαστε αναγκασµένοι να παλέψουµε συλλογικά για καλύτερες συνθήκες, έχοντας πάντα ως µακροπρόθεσµη προοπτική και όραµα την απελευθέρωση από τον εκβιασµό της µισθωτής εργασίας. Το δεύτερο ζήτηµα αφορά στο ερώτηµα για περισσότερο κράτος, κράτος πρόνοιας-ασφάλειας ή µορφές κοινωνικής αυτόοργάνωσης, µη γραφειοκρατικές/ιεραρχικές. Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουµε ότι δεν απαξιώνουµε τους αγώνες που π.χ. ζητάνε ένα αυξηµένο επίδοµα ανεργίας,. Μας ενδιαφέρει όµως περισσότερο να στοχοποιούµε την εργοδοσία και λιγότερο να ζητάµε ένα κράτος-προστάτη. Γιατί πως είµαστε σίγουροι ότι δεν θα επαναληφθεί η «κρατικοποίηση του ’80», όταν δηλαδή όλες σχεδόν οι µορφές αυτόνοµης κοινωνικής οργάνωσης (εργοστασιακά σωµατεία, επιτροπές γειτονιάς, οµάδες γυναικών κ.α.) που ξεπήδησαν µε την µεταπολίτευση και ήταν ριζοσπαστικές, ενσωµατώθηκαν στις κρατικές δοµές και «αφυδατώθηκαν»; Αν επαναπαυτούµε πάνω στο «καλό κράτος» ή τον «καλό εργοδότη»…αργά ή γρήγορα θα βρεθούµε πάλι µόνοι µας…αδύναµοι… Θα θέλαµε όµως να εξετάσουµε λίγο πιο συγκεκριµένα, το µηχανισµό της «λογικής των αιτηµάτων» και να δούµε πως αυτός µορφοποιείται και εξελίσσεται στη διάρκεια του χρόνου. Ο µηχανισµός αυτός είναι περισσότερο δηµιούργηµα των αγώνων από το δεύτερο µισό του 20ου αι. (από τον β’ παγκόσµιο πόλεµο και µετά), που είναι κυρίως αγώνες «διατήρησης των κεκτηµένων κοινωνικών συµβολαίων». Τα «κοινωνικά συµβόλαια» οδήγησαν σε ένα νέο κύκλο διεκδικήσεων στα τέλη του ’60 και σε όλη τη διάρκεια του ’70. Ακολουθεί η δεκαετία του ’80, όπου το κεφάλαιο στην προσπάθειά του να βρει αποτελεσµατικότερους τρόπους επέκτασης (π.χ φυγή στο δανεισµό), «σπάει» και πάλι τα κοινωνικά συµβόλαια. Όλοι οι αγώνες από το ’90 και µετά είναι στη πλειοψηφία τους αγώνες «διατήρησης των κεκτηµένων», οι οποίοι λαµβάνουν χώρα στα πλαίσια µιας ευρύτερης «κρίσης νοµιµοποίησης» του ιστορικού καπιταλισµού. Αποτελούν κοµµάτι µιας ευρύτερης διαδικασίας που µπορεί να παρασταθεί απλά και σχηµατικά ως εξής: διεκδίκηση µέσω αιτηµάτων- µερική ικανοποίηση αυτών- επίθεση κράτους και κεφαλαίου-διεκδίκηση µέσω αιτηµάτων κ.ο.κ. Αν τώρα ερµηνεύσουµε την µερική ικανοποίηση ως τη συγκεκριµένη µορφή που παίρνει το «κοινωνικό κράτος» κάθε φορά, µπορούµε να πούµε ότι η «λογική των αιτηµάτων» εξαντλείται στη µεταβολή του «κράτους πρόνοιας», µετατρέποντας το συνολικό κράτος σε «λίγο καλύτερο», κάτι όµως που είναι προσωρινό (δηλαδή µέχρι την επόµενη επίθεση), οδηγώντας ταυτόχρονα και στην προσωρινή εκτόνωση των συνολικότερων και ουσιαστικότερων κοινωνικών συγκρούσεων που υποβόσκουν κάθε στιγµή µέσα στο καπιταλιστικό σύστηµα. Το πακέτο αυτό δεν είναι τίποτα περισσότερο από µία πρόσκαιρη συγκάλυψη των συγκρούσεων (π.χ. επίπεδο µισθών, ένταση εργασίας και εργασιακές συνθήκες, οικονοµικές κρίσεις, πόλεµοι) που είναι σύµφυτες µε την λειτουργία του καπιταλισµού. Η ιστορική του πορεία µοιάζει µε ένα µπαλόνι που φουσκώνει και ξεφουσκώνει. Θα αναρωτηθεί τώρα κανείς: αν απορρίψουµε τη λογική των αιτηµάτων τότε ποιοι µπορεί να είναι οι τρόποι διεκδίκησης; Καταρχήν οι διεκδικήσεις και τα µέσα δράσεις δεν µπορούν να αφορούν σε κάποιους αποσπασµατικούς αγώνες αλλά σε µία ενιαία και συνολική διεκδίκηση των ζωών µας. Το πιο πρόσφατο παράδειγµα, το οποίο βιώσαµε και εµείς οι ίδιοι είναι η εξέγερση του Δεκέµβρη. Μια εξέγερση που πραγµατοποιήθηκε, επειδή κατακερµατισµένα κοινωνικά κοµµάτια κατάφεραν να σπάσουν τις ταυτότητές τους (τουλάχιστον στο δρόµο) και να απαντήσουν δυναµικά. Πίσω από την αφορµή της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου υπήρχαν διαφορετικά κίνητρα και περιεχόµενα, τα οποία πήραν µια συγκεκριµένη δυναµική µορφή, οδηγώντας τη θεσµική εξουσία σε αµηχανία, µπέρδεµα και το πιο αστείο από όλα, στο να πάρει πίσω νοµοσχέδια χωρίς να της το ζητήσει κανείς… Να θυµηθούµε ότι η εξέγερση του Δεκέµβρη δεν είχε συγκεκριµένα αιτήµατα. Τη σηµερινή αίσθηση µαταιότητας σε σχέση µε τη λογική των αιτηµάτων και του κοινωνικού κράτους ως µεθοδολογίας επίλυσης συγκρούσεων ενισχύει και η εικόνα παρακµής των φορέων που την εκφράζουν. Όχι ότι στο παρελθόν δεν υπήρξαν µαχητικά σωµατεία αλλά σήµερα είναι σηµαντικό να καταγράψουµε την εικόνα τους και να προσπαθήσουµε να βρούµε τις αιτίες τις παρακµής τους για να βγάλουµε ίσως χρήσιµα συµπεράσµατα. Ας δούµε το παράδειγµα της Κωνσταντίνας Κούνεβα, της µαχητικής συνδικαλίστριας, που επεδίωξε τα αυτονόητα γι’αυτήν και τις συναδέλφισσές της και δέχτηκε αυτήν την δολοφονική επίθεση. Ο επίσηµος γραφειοκρατικός συνδικαλισµός της γύρισε κραυγαλέα την πλάτη και χρειάστηκαν κάποια «µορφώµατα» και οµάδες, που ξεπήδησαν ή ενισχύθηκαν από την εξέγερση του Δεκέµβρη, για να αναδείξουν το ζήτηµα. Χαρακτηριστικό παράδειγµα η κατάληψη του εργατικού κέντρου Θεσσαλονίκης, το οποίο υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει περίπου 300.000! εργαζόµενους, από τους οποίους ελάχιστοι ευαισθητοποιήθηκαν, είτε επικαλούµενοι την απογοήτευση και σιχαµάρα τους για τους συνδικαλιστές αντιπροσώπους τους είτε εκφράζοντας µια κυνική αδιαφορία του στυλ: «ε, και τώρα τι να κάνουµε». Οι αιτίες της τραγικής αυτής εικόνας βρίσκονται για εµάς στην ίδια τη δοµή του και στην αντίληψη που αυτή δηµιουργεί στους εργαζόµενους. Η ιεραρχική δοµή (εκλογή αντιπροσώπων και διοικητικών συµβουλίων) σε συνδυασµό µε την προσπάθεια της θεσµικής εξουσίας για ενσωµάτωση και χειραγώγηση, έχει ως αποτέλεσµα τη σταδιακή µετατροπή των πρώτων, σε υπαλλήλους των εκάστοτε κυβερνήσεων και κοµµάτων. Αποτέλεσµα αυτής της δοµής είναι η αποµάκρυνση της βάσης των εργαζοµένων από την ουσιαστική λειτουργία του σωµατείου, την παραίτηση και την αδιαφορία για τα προβλήµατα του κλάδου αλλά και την αποκοπή των όποιων συνεκτικών δεσµών µε τα άλλα σωµατεία και τους εργαζόµενους (κατακερµατισµός). Όλη αυτή η προβληµατική διαδικασία απεικονίζεται στις πορείες-κηδείες, που καταλήγουν έξω από κάποιο υπουργείο για να επιδώσουν ψηφίσµατα διαµαρτυρίας στον κύριο υπουργό. Ψηφίσµατα, που την επόµενη στιγµή θα καταλήξουν στον κάλαθο των αχρήστων. Βάση λοιπόν αυτής της προσέγγισής θα θέλαµε να διασαφηνίσουµε τη σύνδεσή µας µε την ανοιχτή συνέλευση ενάντια στις εργολαβίες στο α.π.θ. Φυσικά και αντιλαµβανόµαστε ότι η ικανοποίηση του αιτήµατός για µονιµοποίηση των εργαζοµένων θα τους φέρει σε καλύτερη θέση από το να δουλεύουν σε καθεστώς δουλεµπορίου. Ωστόσο η ικανοποίηση αυτού του αιτήµατος δεν αποτελεί για εµάς αυτοσκοπό. Επιδίωξή µας είναι, µε αφορµή αυτό το αίτηµα, να συµβάλλουµε προς µία κατεύθυνση που θα φέρει κοντά τα διάφορα κατακερµατισµένα κοινωνικά κοµµάτια, σε µια προσπάθεια να σπάσουµε τις ταυτότητές µας (εργαζόµενοι σε διαφορετικούς κλάδους, άνεργοι, φοιτητές, µετανάστες), όπως πιστεύουµε ότι επιδιώκει και αυτή η συνέλευση και να τονίσουµε τις αµεσοδηµοκρατικές και αδιαµεσολάβητες διαδικασίες ως απαραίτητα εργαλεία για την συνολική κοινωνική απελευθέρωση. Αν λοιπόν αρνηθούµε την αναπαραγωγή των στερεότυπων που πηγάζουν από την όποια ταυτότητά µας και υιοθετήσουµε τις οριζόντιες διαδικασίες, µπορούµε να φτιάξουµε πολλά τέτοια δυναµικά µορφώµατα είτε αυτοοργανωµένες οµάδες µε εργαζόµενους σε διαφορετικούς κλάδους µαζί µε άνεργους είτε αυτοοργανωµένα σωµατεία βάσης ενός συγκεκριµένου κλάδου. Μορφώµατα, για τα οποία η διεκδίκηση κάποιου αιτήµατος, δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από µια αφορµή για την συνολική διεκδίκηση της ζωής µας.