Εκδήλωση: Αγώνας στο restaurant Banquet & αυτόνομοι εργατικοί αγώνες

Νοεμβρίου 23, 2010

Εκδήλωση Συζήτηση

Αγώνας στο restaurant Banquet
και αυτόνομοι εργατικοί αγώνες
Σε ένα περιβάλλον κρίσης του συστήματος, πτώχευσης του γραφειοκρατικού συνδικαλισμού και επισφαλειοποίησης των ζωών μας, ποιός είναι ο ρόλος, τα χαρακτηριστικά και οι στόχοι αυτόνομων εργατικών αγώνων.
Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010 στις 20.00 στην Φάμπρικα Υφανέτ
Café La Rage
εισήγηση

Α Μέρος

Αυτόνομοι αγώνες σε ένα περιβάλλον κρίσης.

Εδώ και  8 μήνες τουλάχιστον βιώνουμε όλοι μας μια άνευ προηγουμένου επίθεση.  Οι απολύσεις , 1400 περίπου την ημέρα σε όλη την ελλάδα, τα τετραήμερα με μειωμένες αποδοχές, οι περικοπές στις αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων, οι διαθεσιμότητες, το πληρώνω όποτε εγώ θέλω του αφεντικού. Όλα αυτά αποτελούν καθημερινότητα για όσους είτε ως άνεργοι, είτε ως  εργαζόμενοι –μαύροι, ελαστικοί, σταθεροί, μόνιμοι, μπλοκάκηδες, δεν έχουν άλλη επιλογή από το να πουλήσουν την εργασία τους για να ζήσουν. Παράλληλα οι επίσημες συνδικαλιστικές οργανώσεις μακριά από αυτές τις εμπειρίες και ως δεκανίκι του συστήματος δεν έχουν καλέσει ούτε σε μια απεργία διαρκείας προσπαθώντας να εκτονώσουν την κοινωνική οργή με ασύνδετες και χωρίς κόστος απεργιακές κινητοποιήσεις.  Σε αυτές τις συνθήκες λοιπόν εμφανίζονται εργατικοί αγώνες από τα κάτω . Από την απόλυση του Παλαιστίδη στις εκδόσεις Άγρα,  μέχρι του αιγυπτίους αλιεργάτες και το banquet, υιοθετούνται (λιγότερο ή περισσότερο) μορφές άμεσης δράσης, καλούνται απεργίες και στάσεις εργασίας μέσα από διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας. Ξεκινώντας από αυτό το υλικό του σήμερα και βλέποντας την επίθεση να γίνεται όλο και πιο σφοδρή μας ενδιαφέρει αρχικά να εξετάσουμε πως θα καταφέρουμε οι εμπειρίες αυτών των αγώνων να κυκλοφορήσουν σε ένα μαχόμενο προλεταριάτο.  Πως μικροί εργατικοί πυρήνες, αυτόνομα σωματεία και σχέσεις αλληλεγγύης θα μπορέσουν να επικοινωνήσουν για να «βγουν» νέοι αγώνες. Πώς χωρίς να αποτελούμε τους γραφικούς αγωνιστές που είναι παντού και πάντα θα ενδυναμώσουμε την εργατική αυτονομία;

Σε αυτό το πλαίσιο τοποθετούμαστε σε μια σειρά ζητημάτων που προκύπτουν μέσα από τη εμπειρία της συμμετοχής  σε αγώνες όπως το banquet (που η ομάδα μας στήριξε και κάποια άτομα συμμετείχαν στην επιτροπή αλληλεγγύης) αλλά και από την καθημερινή κόντρα του καθενός και της καθεμιάς μας με το αφεντικό του.

– Το σωματείο.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Συναντούμε τρεις τύπους σωματείου:

Α. Τα σωματεία σφραγίδες τα οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων συγκροτούνται μέσα από κεντρικές γραφειοκρατικές διαδικασίες, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, τις παρατάξεις και την εκλογική διαδικασία όπου αυτές ανταγωνίζονται για τον έλεγχο του σωματείου. Μέσα από την μικρή εμπειρία μας,  βλέπουμε ότι η μορφή του κλασσικού σωματείου όπου ελέγχεται από ένα ΔΣ παρατάξεων και κομματικών συσχετισμών είναι αυταπάτη να πιστεύουμε ότι μπορεί να διεμβολιστεί. Τα περισσότερα σωματεία αυτής της μορφής δεν έχουν στόχο να συμβάλουν στον αγώνα. Από τη στιγμή που αγώνας δεν μπορεί να μεταφραστεί σε πολιτικά κουκιά στέκονται εχθρικά και τον συκοφαντούν, είτε προσπαθούν να το διαχειριστούν καλύτερα για παραταξιακούς σκοπούς. Αν θέλουμε να προωθήσουμε την εργατική αυτονομία αναπόφευκτα θα βρεθούμε αντιμέτωποι.

Β. Τα πρωτοβάθμια σωματεία που -προφανώς λόγω της ενεργή δουλειάς κάποιων συνδικαλιστών- οι αποφάσεις του ΔΣ επιδιώκεται να στηρίζονται στις αποφάσεις της βάσης. Στην πλειοψηφία τους ελέγχονται από εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις της αριστεράς. Σε πολλές περιπτώσεις, όταν μπαίνουν κεντρικά πολιτικά ζητήματα από τις οργανώσεις, παρακάμπτεται η βάση (κλασικό φαινόμενο οι πολλές υπογραφές σωματείων σε μια πορεία όπου απουσιάζει η βάση όχι όμως οι πολιτικοποιημένοι). Σε αυτή την κατηγορία εμφανίζονται φωτεινές εξαιρέσεις, όπως το σωματείο της ΠΕΚΟΠ, που επιδιώκουν να ανοίξουν αγώνες και όχι να τους περιορίσουν στα δικά τους πλαίσια. Παρόλα αυτά, η μορφή του πρωτοβάθμιου τυπικού σωματείου έχει δείξει τα όρια της, αφού εξαρτάται από τη μορφή του ΔΣ και τα μέλη του, επομένως και τις προθέσεις του. Υπάρχουν παραδείγματα ενεργών σωματείων που διατηρούσαν την παραταξιακή εκλογική διαδικασία και διεμβολίστηκαν αρνητικά περνώντας στον έλεγχο του ΠΑΜΕ. Στάθηκε, δηλαδή, αδύναμο απέναντι σε ένα συγκροτημένο κομματικό μηχανισμό που έχει τη δυνατότητα να μεταλλάσσει το σωματείο σε σωματείο σφραγίδα ή σε ένα ολοκληρωτικά ελεγχόμενο σωματείο από κομματικούς μηχανισμούς.

Γ. Τα σωματεία βάσης ή τα αυτοοργανωμένα σωματεία. Κινούνται με βάση την ενεργή συμμετοχή των μελών στη γενική συνέλευση, χρησιμοποιούν τυπικά το Δ.Σ. το οποίο δεν μπορεί να αποφασίζει μόνο του και σε πολλές περιπτώσεις «διορίζεται» με κοινή συμφωνία των μελών και όχι με εκλογές. Και όχι μόνο αυτό, προσπαθούν να αναπτύξουν σχέσεις μέσα από μια αγωνιστική καθημερινότητα στους χώρους εργασίας καλώντας σε μοιράσματα, σε αποκλεισμούς, δράσεις και εκδηλώσεις. (Όπως το σβεόδ και το σωματείο σερβιτόρων μαγείρων στην Αθήνα).

Ένα ζήτημα που αφορά γενικά την μορφή σωματείο είναι η μονόπλευρη απεύθυνσή του στον κλάδο του. Σαν δομή ενώ μπορεί θεωρητικά να ενισχύσει τους αγώνες και την οργάνωση σε επίπεδο βάσης, ανάλογα βέβαια και πως θα επιλέξει να συγκροτηθεί, εξακολουθεί να αναπαράγει τους διαχωρισμούς στην εργασία, ακόμα και σε εργαζόμενους της ίδιας επιχείρησης. Προφανώς υπάρχει πάντα η αξία της αλληλεγγύης που μπορεί να σπάσει αυτούς τους διαχωρισμούς αλλά αυτή όπως θα δούμε πολλές φορές «αναλαμβάνεται» από πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους τους/τις ήδη πολιτικοποιημένους/ες.

– Επιτροπή αγώνα

Η επιτροπή αγώνα αποτελεί μια πρώτη απάντηση στα αδιέξοδα του σωματείου (αν υπάρχει) που συνήθως ελέγχεται κομματικά. Από την άλλη λόγο της αλλαγής στην σύνθεση της εργασίας και τον κατακερματισμό των εργασιακών χώρων στην μητρόπολη δίνει τη δυνατότητα θεωρητικά τουλάχιστον να συσπειρωθούν αλληλέγγυοι από επιχειρήσεις του ίδιου ή άλλου κλάδου προσπερνώντας τα εμπόδια που βάζει το κλαδικό σωματείο. Θεωρητικά είναι ο τόπος  που παίρνονται συλλογικά οι αποφάσεις, επικοινωνείται το περιεχόμενο του αγώνα και μπορεί να συμμετάσχει με ίσους όρους όποιος θέλει να αγωνιστεί ενάντια στα αφεντικά.

Αυτά στη θεωρία, καθώς στην πράξη η επιτροπή συσπειρώνει υποκείμενα που επιθυμούν να αγωνιστούν αλλά δεν συνδέονται οργανικά με τα ζητήματα τις συγκεκριμένης μορφή που παίρνει η καπιταλιστική σχέση στο εργοστάσιο του επισιτισμού για παράδειγμα. Η εργασιακή συνθήκη εκμετάλλευσης είναι ίδια για όλους τους επισφαλείς αλλά είναι διαφορετική η τεχνική σύνθεση του κάθε κλάδου. Για παράδειγμα, είναι διαφορετικά τα προβλήματα των εργαζομένων σε ένα πολυκατάστημα και διαφορετικά σε ένα γραφείο. Προφανώς και αυτή η διευρυμένη συνάντηση είναι θετική, όμως κρίνεται αρνητική στο βαθμό που δεν μπορεί να ανοιχτεί μια συζήτηση για τα συγκεκριμένα ζητήματα του εκάστοτε κλάδου, ώστε να χρησιμοποιηθεί σαν βάση για εξάπλωση του αγώνα.

Όμως και πάλι, στην πράξη, οι επιτροπές αλληλεγγύης που  καλούνται από πολιτικές- κομματικές  οργανώσεις είναι αναμενόμενο να αποτελέσουν πολιτικά μέτωπα αλληλέγγυων. Από εκεί και πέρα όμως, η εμπειρία δείχνει ότι συνήθως δημιουργείται μια άλλου τύπου διαμεσολάβηση: των εργαζομένων από τον πολιτικό σχηματισμό που κυριαρχεί στην επιτροπή αλληλεγγύης. Συνέπεια αυτής της συνθήκης είναι να μετατρέπεται η συνέλευση σε άτυπο κοινοβούλιο πολιτικών σχηματισμών και αντιλήψεων οι οποίες αντί να εστιάζουν στην θέληση και στις επιλογές των ίδιων των αγωνιζόμενων εργαζομένων προσπαθούν να περάσουν την δική τους «γραμμή» ανεξάρτητα αν αυτή είναι πιο αριστερή ή πιο αυτόνομη και αντιεξουσιαστική.

Από την άλλη όπως είδαμε και στην επιτροπή αλληλεγγύης του banquet σχεδόν ποτέ δεν συζητιόταν η καθημερινή εμπειρία της σύγκρουσης με το αφεντικό, τα ζητήματα που μπαίνουν στο χώρο εργασίας και το πώς αντιμετωπίζονται . Από τη στιγμή που οι επιτροπές αλληλεγγύης αποκτούν αυτό τον μετωπικό χαρακτήρα αναλώνονται σε ένα στρατηγισμό που διεξάγει ένα αγώνα εντυπώσεων με το αφεντικό αλλά δεν μεταφράζεται σε σχέσεις με άλλα υποκείμενα.  Ακόμη ακόμη και ο τόπος διεξαγωγής των συναντήσεων των επιτροπών έχει τη σημειολογία του.  Στο εργατικό κέντρο αν δεν είσαι μέλος κάποιας  παράταξης ενός σωματείου πρέπει να κλείσεις αίθουσα και να πληρώσεις.

Εν τέλει, η επιτροπή αγώνα-αλληλεγγύης θέλει μια νοηματοδότηση από την αρχή. Αποτελεί μια ουσιαστική δομή ξεπεράσματος του σωματείου και των διαχωριστικών γραμμών του κάθε κλάδου αλλά ο ρόλος και ο τόνος των εξελίξεων πρέπει να δίνεται από του εργαζόμενους. Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι ο τρόπος που λειτούργησε η επιτροπή αλληλεγγύης στον αγώνα των εργαζομένων του banquet. Κάποιοι εργαζόμενοι συμμετείχαν στην αρχή ενεργητικά και στη συνέχεια υποστηρικτικά με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί η λογική ότι η προπαγάνδα, το ταμείο αλληλεγγύης, οι διαδηλώσεις δεν είναι δικιά τους δουλειά. Υπάρχουν οι κουβαλητές-στρατευμένοι και οι ανήμποροι εργαζόμενοι.  Έτσι, χάθηκε η ουσιαστική επικοινωνία των περισσότερων ατόμων της επιτροπής με τους εργαζόμενους, και υπήρξε δυσκολία στα  κρίσιμα σημεία του αγώνα να παρθούν αποφάσεις ακολουθώντας ένα τυφλοσούρτη. Τελικά, καλό είναι να υπάρχει προσωπική επαφή με τους αγωνιζόμενους εργαζόμενους, για να μπορείς να τους εκθέσεις το τι σκέφτεσαι και τι πιστεύεις. Φυσικά, σε καμία περίπτωση να μην γίνεται πλύση εγκεφάλου, αλλά σε ένα ανθρώπινο επίπεδο πέρα από την επιτροπή να αναπτύσσονται σχέσεις.

Τέλος, η επιτροπή αλληλεγγύης και γενικότερα οποιαδήποτε επιτροπή την συγκαλεί μια οργάνωση ή συνέλευση με σκοπό τη στρατηγική επίλυση κάποιων πρακτικών ζητημάτων, έχοντας αποφασίσει από πριν το πολιτικό πλαίσιο, αναλαμβάνει το διαχωρισμένο ρόλο της εκπλήρωσης πολιτικών σχεδίων και σκεπτικών. Για το λόγω αυτό είναι προτιμότερο να καλείται μια ανοιχτή συνέλευση αγώνα-αλληλεγγύης για να μπαίνει ξεκάθαρα από την αρχή ότι οι αλληλέγγυοι/ες δεν είναι μόνο κουβαλητές διαχειριστικών προβλημάτων, αλλά άνθρωποι που συνειδητά θέλουν να αγωνιστούν επί ίσοις όροις και θα συνδιαμορφώσουν  συλλογικά πάνω σε απόψεις και όχι σε κομματικές γραμμές.

Αγώνες, εργαζόμενοι και αλληλέγγυοι.

Οι περισσότεροι αγώνες που ξεπηδούν αδιαμεσολάβητα τα τελευταία χρόνια σπάνια αφορούν χώρους εργασίας με μεγάλο αριθμό εργαζομένων και με ένα συμπαγές υποκείμενο αγώνα (π.χ ένα μεγάλο εργοστάσιο, χωρίς να σημαίνει ότι εκεί δεν υπάρχουν απολύσεις και αγώνες αλλά εκεί έχει το πάνω χέρι το ΠΑΜΕ και δεν έχουμε εικόνα του τι συμβαίνει). Οι εργαζόμενοι-εργαζόμενες του ιδιωτικού τομέα βρίσκονται κατακερματισμένοι σε χώρους εργασίας με μικρό αριθμό ατόμων όπως γραφεία και καταστήματα του τριτογενούς τομέα, σε πολλούς και διαφορετικούς κλάδους.  Εξαιτίας αυτής της συνθήκης πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν οι αλληλέγγυοι στην πίεση που ασκούν οι αγωνιζόμενοι στην εργοδοσία. Το πρόβλημα που έχει εμφανιστεί σε πολλές περιπτώσεις, και σε αυτή του banquet, είναι η απεύθυνση του αγώνα να περιορίζεται στις σφαίρες τις πολιτικής επιρροής των αλληλέγγυων.  Έτσι συνήθως προκρίνεται μια στρατηγική που ποντάρει σε μια αλληλεγγύη συνειδητοποιημένων συντρόφων.  Σίγουρα πλεονέκτημα αυτής της στρατηγικής είναι ότι υπάρχει ένας αριθμός στρατευμένων που άμεσα κινητοποιείται.

Κατ’ επέκταση αυτό μπορεί να δημιουργήσει κόστος στις απόπειρες κοινωνικοποίησης και κυκλοφορίας του αγώνα. Επίσης το ότι δημιουργείται μια ανεκτή απεύθυνση, μια στοιχειώδης αλληλεγγύη και ένας ικανοποιητικός κόσμος που συσπειρώνεται και «τρέχει», μπορεί να επαναπαύει του εργαζόμενους. Έτσι περιορίζεται η προοπτική τις σύνδεσης με άλλους εργαζόμενους εκτός πολιτικών ταυτοτήτων καθώς επίσης και η ενεργή συμμετοχή των άμεσα εμπλεκόμενων εργαζομένων. Ουσιαστικά ο αγώνας κυκλοφορεί σε πολιτικούς κύκλους και το πολύ μέσα  σε παρεμφερείς χώρους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανοιχτή επιτροπή αλληλεγγύης ουσιαστικά είναι ανοικτή σε πολιτικούς χώρους. Το ερώτημα που μπαίνει λοιπόν είναι με ποιον τρόπο μπορούν διαδικασίες αγώνα σε εργασιακούς χώρους να ανοίξουν και να κυκλοφορήσουν, να μοιραστούν εμπειρίες, αγωνίες και ανάγκες και πάνω σε αυτή τη βάση να στήσουν την αντιπαράθεση τους. Ο αγώνας του banquet για παράδειγμα ενώ ανέδειξε τα προβλήματα του κλάδου του επισιτισμού και  όλοι οι εργαζόμενοι στα bar και εστιατόρια της πόλης τον γνώριζαν για κάποιους λόγους δεν ήρθαν σε καμία επιτροπή αλληλεγγύης.

Επομένως, ίσως κάτι έγινε λάθος, οι εργαζόμενοι πέρα από το συγκεκριμένο κατάστημα δεν ενδιαφέρθηκαν να συμμετάσχουν στον αγώνα, δεν βρήκαν το συνδετικό νήμα και την κοινή μοίρα.  Γενικότερα, υπάρχει και η ατομική ευθύνη του κάθε εργαζόμενου/ης και ότι τα τελευταία 30 χρόνια έχει χαθεί η αγωνιστική κουλτούρα στους χώρους εργασίας. Παρόλα αυτά, ίσως έπρεπε να μπει μια γενικότερη διεκδίκηση που να αφορά όλους τους εργαζομένους στην περιοχή του κέντρου της θεσσαλονίκης, ώστε να μπορεί ο καθένα/μια να αγωνιστεί στο δικό του χώρο εργασίας. Ίσως επίσης θα έπρεπε να υπάρχει από πριν εντονότερη «δουλειά» απεύθυνσης σε αυτούς τους χώρους, είτε από το σωματείο (κάτι ανέφικτο αφού του επίσημο σωματείο κυριαρχείται από το ΠΑΜΕ), είτε από εργατικές ομάδες είτε από το σωματείο βάσης σερβιτόρων μαγείρων. Και φυσικά απεύθυνση σε μια λογική που εστιάζει στα συνολικά ζητήματα του κλάδου και όχι μόνο σε συγκεκριμένα μαγαζιά. Βέβαια ακόμα και η στιγμή του αγώνα είναι μια ευκαιρία να ανοιχτούν τα ζητήματα αρκεί να το επιθυμούν όσοι συμμετέχουν σε αυτόν.

Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τις κινήσεις εργαζομένων στον Καφεναί και στο Βαρκελονίκι που συνέπεσαν με τον αγώνα στο Banquet και επωφελήθηκαν θετικά σε σχέση με τις διεκδικήσεις τους. Όμως θεωρούμε ελλειμματική την διαδικασία στο πως συνδέθηκαν αυτές οι κινητοποιήσεις. Δεν υπήρξε ουσιαστικά μια κοινή διαδικασία και η σύνδεση έγινε κυρίως σε επίπεδο εντυπώσεων.

Φυσικά πρέπει να επισημάνουμε ότι οι μορφές οργάνωσης είναι δυναμικές πράγμα που σημαίνει ότι συνυπάρχουν όλα τα παραπάνω στοιχεία, απλώς στο παράδειγμα του αγώνα του banquet και ειδικά στο τέλος η διαχωρισμένη αντίληψη της επιτροπής αλληλεγγύης με την απουσία των εργαζομένων επικράτησε.

– Μορφές αγώνα και υποστήριξης.

Ταμείο αλληλεγγύης: Τους 6 μήνες που συμμετείχαμε στον αγώνα των εργαζομένων  βρήκαμε τους τρόπους να υποστηρίξουμε υλικά 7-8 εργαζόμενους σε ένα στοιχειώδη αλλά πολύ ουσιαστικό για τους ίδιους βαθμό. Η λειτουργία ενός ταμείου αλληλεγγύης αποτέλεσε πολύ σημαντική δικλείδα φερεγγυότητας των αλληλέγγυων προς τους εργαζόμενους, δημιουργώντας μια διαφορετική κουλτούρα και απατώντας συλλογικά σε ατομικά προβλήματα. Η εμπειρία αυτή είναι πολύ σημαντική καθώς ο οικονομικός εκβιασμός και το αδιέξοδο είδαμε στην πράξη ότι μπορεί να απαντηθεί μέσα από την αλληλεγγύη

Αποκλεισμοί: Η μορφή του καθημερινού αποκλεισμού που υιοθετήθηκε αποτέλεσε ένα ακόμη «νέο»  πεδίο εμπειρίας πάνω σε αγώνες. Η πίεση που ασκήθηκε σε ένα αδιάλλακτο αφεντικό ήταν τεράστια. Η μορφή του αγώνα με την συνέπεια που τι διέκρινε κατάφερε να γνωστοποιήσει το ζήτημα, να ασκήσει κοινωνική πίεση δυσφημώντας το προφιλ της επιχείρησης ενώ ταυτόχρονα προκαλούσε μεγάλη οικονομική ζημιά. Έξω από το banquet δημιουργήθηκε ένας ανοιχτός χώρος αγωνιστικής συνάντησης. Οι κουζίνες που έγιναν από έξω έσπασαν το μοτίβο της αντιπαράθεσης ανοίγοντας νέους τρόπους αλληλεγγύης και κυκλοφορίας του αγώνα. Από εκεί και πέρα η αδυναμία να εμπλουτιστούν οι αποκλεισμοί με πιο δημιουργικές για τους συμμετέχοντες μορφές τις κατέστησαν βαρετές. Δεν αναζητήθηκαν άλλοι τρόποι αντιπαράθεσης χωρίς φυσικά αυτό να αποτελεί ευθύνη του συγκεκριμένου αγώνα.

Αντιπαράθεση:

Στις περισσότερες των περιπτώσεων που ένας αγώνας κινείται στα όρια της θεσμικής του διάστασης προκύπτουν στιγμές σύγκρουσης είτε με την εργοδοσία είτε με την κρατική καταστολή, είτε ακόμα και με άλλες μορφές τρομοκρατίας. Δε θεωρούμε ότι η βία είναι μαγική, ούτε ότι η βίαιη αντιπαράθεση είναι η λύση για όλα. Παρόλα αυτά σε πρόσφατους αγώνες όπως με την Κ.Κούνεβα αλλά και με το via vai αναδείχθηκε  μια διαφορετική πτυχή της απάντησης στη βία των αφεντικών.

Σε ένα κατάστημα κάτεργο όπως το banquet θα μπορούσε τουλάχιστον να συζητηθεί και αυτή η επιλογή, σε ένα επίπεδο τουλάχιστον απειλής κλεισίματος του μαγαζιού. Η παθητική οσιομαρτυρική στάση μας απέναντι στους μπράβους του φιόρου και του στροίβα, που τραμπούκησαν μέλη της επιτροπής αλληλεγγύης, που μας κινηματογραφούσαν,  μας πετούσαν αυγά και μας απειλούσαν, σίγουρα δε μας ωφέλησε σε κάτι. Πόσο μάλλον έδωσε πάτημα στα αφεντικά να έχουν την πρωτοβουλία των κινήσεων και να συνεχίσουν τη στρατηγική τους  με τις μηνύσεις. Η βίαιη αντιπαράθεση δε νοείται στα πλαίσια της προσωπικής μας εκτόνωσης, για να πέσουμε στις προβοκατόρικες παγίδες των αφεντικών. Το θέμα είναι η αντιπαράθεση αυτή να έχει μία λογική στρατηγική που να δίνει  την πρωτοβουλία των κινήσεων στους εργαζόμενους, να καταδείξει ότι δεν υπάρχουν μόνο τα νομικά τερτίπια  αλλά η συλλογική αντιμετώπιση των προβλημάτων στους χώρους εργασίας μπορεί να δοθεί με πολλούς τρόπους από τους εργαζόμενους. Στα κρίσιμα αυτά ερωτήματα δεν μπορέσαμε να βρεθούμε σε μία πρόσωπο με πρόσωπο συζήτηση και εκτίμηση της κατάστασης με τους ίδιους τους εργαζόμενους. Ακόμα και αν καταλήγαμε σε ήπιες κινήσεις, το άνοιγμα της συζήτησης για πιθανές δράσεις όπως κατάληψη-αυτοδιαχείριση του μαγαζιού ή δυναμικός αποκλεισμός μπορεί να έβαζαν νέα δεδομένα στις μεταξύ μας σχέσεις και ίσως να μας έδινε την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Νίκη του αγώνα ή ήττα,

Η νίκη/ήττα είναι σχετικές, ανάλογα πως θέλει να βαφτίσει κανείς το αποτέλεσμα ενός αγώνα. Σίγουρα, η υλική νίκη είναι σημαντική για τους ίδιους τους εργαζόμενους σαν άτομα, ώστε να πληρωθούν τα χρωστούμενα, να πάρουν τα ένσημα, να επαναπροσληφθούν. Παρόλα αυτά, κανείς άλλος δεν «κερδίζει» κάτι.

Είναι θετικό να υπάρχει μια υλική ή ηθική νίκη σε έναν αγώνα. Είναι σημαντικό για τα ίδια τα υποκείμενα που δίνουν συλλογικά μια μάχη με το ή τα αφεντικά τους να έχουν ένα καλό αποτέλεσμα και να μην συντριβούν ψυχικά και οικονομικά. Παρόλα αυτά, υπάρχουν και δυναμικοί αγώνες που ηττούνται και μάλλον οι περισσότεροι. Ειδικά στους καιρούς που ζούμε, δυστυχώς δε μπορούμε να μιλάμε για νίκες της εργατικής τάξης (αν κρίνουμε από τους πιο πρόσφατους μαζικούς αγώνες…) αλλά για κάποιους «καλούς» συμβιβασμούς.

Το σημαντικό, λοιπόν δεν είναι η συγκεκριμένη νίκη ή ήττα, αλλά η μορφή, το περιεχόμενο και η παρακαταθήκη που αφήνει ένας αγώνας. Να μπορούν οι εργαζόμενοι συλλογικά να παίρνουν αποφάσεις και να πράττουν, να σπάνε τις μεταξύ τους εξουσίες, να στηρίζουν άλλους αγώνες ως αλληλέγγυοι ώστε να δημιουργηθεί το υπόβαθρο για νέους αγώνες. Να μπορούν, δηλαδή οι εργαζόμενοι/ες να αποφασίζουν και να μην βρίσκονται έρμαιο των αφεντικών και των κομματικών ηγεσιών.

Αυτό, όμως θα προκύψουν αν μέσα από τις διαδικασίες του αγώνα, δομηθούν άλλου τύπου σχέσεις και δημιουργηθεί μια άλλη αντίληψη για τις σχέσεις εξουσίας, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, τα θέματα του φύλου και της φυλής. Εμπλουτιστεί δηλαδή ο αγώνας πέρα από θέματα που άπτονται καθαρά και μόνο των συγκεκριμένων οικονομικών διεκδικήσεων.

Επομένως, για μας θεωρούμε χαμένη ευκαιρία το ότι με τους εργαζόμενους του Banquet δεν έχουμε κανενός είδους σχέση και ελπίζουμε να τους δούμε να συμμετέχουν σε έναν επόμενο αγώνα.

Β’ μέρος

Ανίχνευση των αυτόνομων χαρακτηριστικών των αγώνων

Αγώνες με αυτόνομα χαρακτηριστικά (και όχι αυτόνομοι αγώνες) συμβαίνουν όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια σε μία διαρκή μάχη με τα βαρίδια του παρελθόντος, όπως είναι οι κομματικές συνδικαλιστικές οργανώσεις(π.χ πασκε,πάμε), με τον γραφειοκρατικό συνδικαλισμό της ΓΣΕΕ και σε ένα περιβάλλον που γίνεται όλο και πιο δύσκολο για την ανάπτυξη  αγώνων που να βάζουν κάτι πέρα από τις «παραδοσιακές» διεκδικήσεις. Δεν είναι εύκολο να διακρίνει κανείς ποιοι αγώνες είναι αυτόνομοι και ποιοι όχι, λόγω της σύγκρουσης με παραδοσιακές  λογικές.

Τέτοιοι αγώνες –με αυτόνομα χαρακτηριστικά- θεωρούμε πως ήταν το κίνημα αλληλεγγύης στην Κ.Κούνεβα, ο αγώνας των αλλιεργάτων της Ν. Μηχανιώνας , το Via Vai, οι εκδ. Άγρα,  οι κινητοποιήσεις στην Wind, αγώνες που έχουν δοθεί από το Σβεοδ στον κλάδο των courier, ο αγώνας των γιατρών στο Ζαγκλιβέρι κλπ.

Ως προς αυτές τις εμπειρίες θεωρούμε χρήσιμη την ανάπτυξή τους και την παρουσίασή τους από τους/τις ίδιους/ες τους συμμετέχοντες.

Σκοπός μας είναι να ανταλλάξουμε εμπειρίες αγώνα, να ανιχνεύσουμε τι προοπτικές υπάρχουν για ένα γενικότερο συντονισμό και επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων με κοντινές αντιλήψεις. Πιο απλά, που το πάμε; Πώς δηλαδή αυτοί οι αγώνες θα κοινωνικοποιηθούν και θα κυκλοφορήσουν πραγματικά; Πως από γενικά πόλοι συσπείρωσης πολιτικοποιημένων  θα απαντούν σε ανάγκες ευρύτερα των εργαζομένων και έτσι θα δημιουργούν ρήξεις ευρύτερα στα εργασιακά κάτεργα; Πώς η αλληλεγγύη θα γίνει από αξία λίγων σε αξία όλο και περισσότερων εκμεταλλευόμενων; Ουσιαστικά πως μπορεί να διαφανεί μια διαδικασία ρήξης που να ξεπερνάει την παγιωμένη κατάσταση του συνδικαλισμού και των αγώνων και να βάζει πιο ουσιαστικά χαρακτηριστικά ανάμεσά σε όσους αγωνίζονται. Τόσο υλικά, όσο και υπαρξιακά. Ως ένα άλλο μοντέλο ζωής που μπορεί να προκύψει μέσα από τους αγώνες.

Σε αυτή την κατεύθυνση η εμπειρία είναι χρήσιμος οδηγός. Όμως πρέπει να οραματιστούμε το παραπέρα. Τις δομές, τους τόπους συνάντησης, τις μορφές οργάνωσης, τις ριζοσπαστικές σχέσεις που μπορεί να αναδυθούν.

Τι σημαίνει όμως για μας αυτόνομος αγώνας:

Η κριτική μας τοποθέτηση στα παραπάνω βάζει το σκεπτικό μας όσον αφορά τα χαρακτηριστικά και τον τρόπο διεξαγωγής ενός τέτοιου αγώνα. Αδιαμεσολάβητος έξω και ενάντια σε κομματικές λογικές, με αντιιεραρχικές και αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες λήψης των αποφάσεων, δίχως αντιπροσώπους και ειδήμονες, μέσα και ενάντια στη μισθωτή σκλαβιά. Ποια είναι η σημασία όλων αυτών; Θέλουμε να εστιάσουμε στην διαδικασία που κάποιος/κάποια αναλαμβάνει ευθύνη να αγωνιστεί σε πρώτο πρόσωπο, συσχετιζόμενος με τους γύρω του ώστε να επιδιώξει ένα κοινό όφελος για όλους σε μια κατεύθυνση ενδυνάμωσης του ελέγχου πάνω στην εργασία του ή στην διακοπή αυτής (απεργία, σαμποτάζ, μείωση παραγωγικότητας). Αυτή η διαδικασία όπως και πολλές άλλες βοηθάει στην ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης, της συλλογικής, από τα κάτω επίγνωσης του ότι αποτελούμε μία κοινωνική τάξη με κοινή μοίρα (όχι απαραίτητα κοινά συμφέροντα) μέσα στον καταμερισμό ιεραρχιών και διαχωρισμών εντός της κοινωνίας. Η πράξη του αγώνα μετατρέπει αυτή την επίγνωση σε νέες πραγματικές σχέσεις που μπορεί να μετασχηματίσουν τις υπάρχουσες, να διερωτηθούν για το νόημα του να εργάζεσαι, για τις δυνατότητες των γνώσεων και των δεξιοτήτων μας σε μια κατεύθυνση εξόδου από την μισθωτή εργασία. Έτσι, συνοπτικά, αυτόνομος είναι ο αγώνας που προσδιορίζεται με βάση τις άμεσες, αδιαμεσολάβητες σχέσεις που προκύπτουν σε ένα εργασιακό περιβάλλον και τείνουν να το αρνηθούν, αρνούμενες την διακοπή τους μετά το πέρας του αγώνα ή την ένταξή τους σε ένα «εξωτερικό» πολιτικό πρόγραμμα. Είναι οι κοινωνικοί αγώνες που μετατρέπονται σε πολιτικοί (βάζουν ζητήματα συνολικής κριτικής) από την ίδια και άμεση εμπειρία των αγωνιζόμενων και όχι από τις πολιτικούς σχηματισμούς που τους καθοδηγούν. Η όποια λύση θα δημιουργηθεί μέσα από τους αγώνες των από τα κάτω και θα είναι συλλογική. Εμείς βάζουμε τους εαυτούς μας μέσα στη σχέση της μισθωτής εκμετάλλευσης και μας ενδιαφέρει το πώς θα σπάσουμε αυτή τη σχέση μαζί με τους γύρω μας. Για αυτό το λόγω, μιλάμε για διαδικασίες υποκειμενοποίησης, όπου τα υποκείμενα αναπτύσσουν σχέσεις, συναντιούνται και αλλάζουν μέσα από διάφορες πτυχές της ζωής και συντονίζονται.

Οι φιγούρες των αγκιτατόρων, των ειδικών που θα χαράξουν το σχέδιο και θα κινητοποιήσουν τις μάζες μας δημιουργεί συναισθήματα απέχθειας και θα βρεθούμε απέναντι σε τέτοιες λογικές. Η λογική της φωτισμένης πρωτοπορίας που θα δώσει τη λύση ανήκει στον προηγούμενο αιώνα. Όμως πολλές φορές αν και την αρνούμαστε την αναπαράγουμε γιατί παρά την αλλοτρίωση που την διέπει έχει φανεί πως μπορεί να παράγει σε θεαματικό επίπεδο κοινωνικά νοήματα. Όμως στο τέλος αντιλαμβανόμαστε ότι οι επιδιωκόμενες συνδέσεις με την κοινωνία ή με άλλα υποκείμενα δεν έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ, ή έχουν πραγματοποιηθεί διαμεσολαβημένα από τον μηχανισμό πομπού-δέκτη. Έτσι η αυτενέργεια, η ατομική επιλογή και η συνείδηση δίνουν την θέση τους στην διαρκή κίνηση των πολιτικοποιημένων, αναπαράγοντας έτσι το ρόλο του θεατή. Η αντίληψη της μη-διαμεσολάβησης, ή της μη-πρωτοπορίας χρειάζεται να αναπτυχθεί στο έδαφος, όσο δύσκολο και αν αυτό φαίνεται, της κοινής εμπειρίας των από τα κάτω. Στη δουλεία, στη γειτονία, στους κοινούς τόπους.

Αυτή η κατεύθυνση μπορεί να πάρει πολλές τροπές. Παλαιότερα οι ιταλοί και γάλλοι εργατιστές είχαν την λογική της «εγκατάστασης». Έμπαινε δηλαδή ο πολιτικά στρατευμένος σε ένα εργοστασιακό πόστο και προσπαθούσε να δημιουργήσει διαδικασίες αγώνα, διερευνώντας ταυτόχρονα τις δυνατότητες που προέκυπταν. Αυτό βέβαια σε μια εποχή, που το μαζικό εργοστάσιο ήταν το επίκεντρο της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της ζωής της πλειοψηφίας του προλεταριάτου. Σήμερα, στο πολυδιασπασμένο κοινωνικό εργοστάσιο και στην επισφαλή συνθήκη, μια τέτοια λογική μοιάζει πολύ δύσκολη έως αδύνατη. Και όμως κρίνοντας από το Banquet, κάτι τέτοιο, σε χώρους όπου  εργάζονται πάνω από 10 εργαζόμενοι είναι κάτι σχετικά εφικτό. Βέβαια, κάτι τέτοιο έχει από πίσω του τη λογική της «αόρατης επιτροπής». Προϋποθέτει την ύπαρξη μια οργάνωσης που ήδη χαράσσει στρατηγικές χωρίς τους ίδιους τους εργαζόμενους.

Από την άλλη ο ρόλος των πολιτικών οργανώσεων δεν πρέπει να απαξιωθεί πλήρως, ο ρόλος τους ως ερμηνευτές της πραγματικότητας και διακινητές της εμπειρίας μπορεί να αποτελέσει κλειδί στην άμεση κυκλοφορία και σύνδεση των αγώνων, των φαντασιακών, της διάχυσης της αξίας της αλληλεγγύης. Επίσης η πολιτική εμπειρία μπορεί να βοηθήσει σε κρίσιμες στιγμές  ενός αγώνα (νομικά ζητήματα, σύγκρουσιακή αντιπαράθεση, διεύρυνση της αλληλεγγύης, οικονομική υποστήριξη) για το καλό φυσικά του αγώνα και όχι της πολιτικής οργάνωσης. Έτσι κρίνουμε πως είναι θεμιτό κατ’ αρχήν όπου βρίσκεται και εργάζεται ο καθένας και η καθεμία που μοιράζεται ένα αυτόνομο σκεπτικό για τους αγώνες να προσπαθεί να δημιουργεί συνδέσεις και ρήξεις εντός της εργασία του. Εάν η άμεση αντιπαράθεση είναι αδύνατη τότε  η συνάντηση  και η υποστήριξη αδιαμεσολάβητων διαδικασιών, όπως τα σωματεία βάσης, μπορούν με επιμονή να βοηθήσουν συνολικά στη διαμόρφωση μιας κουλτούρας οργάνωσης και αγώνα ανά κλάδο. Η πρόσφατη εμπειρία δείχνει πως ακόμα και αν το σωματείο βάσης δεν μπορεί να συγκροτηθεί, τότε τη «δουλεία» της δημιουργίας κουλτούρας αγώνα μπορεί να την επωμιστεί η εργατική συλλογικότητα ή οι πρωτοβουλίες ατόμων που μοιράζονται αυτή την ανάγκη. Και τέλος, όπου αυτό είναι εφικτό, μπορεί κανείς να συμμετέχει σε ανοιχτές συνελεύσεις αγώνα-αλληλεγγύης ώστε να επιδιώκει της σύνδεση με άλλα υποκείμενα και να μεταφέρει τον αγώνα στον άμεσο κοινωνικό του κύκλο, βάζοντας πιθανότητα ζητήματα που αφορούν το δικό του χώρο εργασίας σε μια διαδικασία σύνδεσης και αλληλοϋποστήριξης.

Που συναντιόμαστε;

Ένα δύσκολο ερώτημα προς απάντηση είναι ο τόπος συνάντησης και συνεύρεσης των υποκειμένων. Παλαιότερα ήταν το εργοστάσιο και η γειτονιά, κοινότητες οι οποίες συγκροτούσαν αγώνες και οι οποίες σήμερα φαντάζουν μακρινές για μας. Σήμερα, οι τόποι συνάντησης είναι κατά βάση τόποι συνάντησης ατόμων και όχι συλλογικών ταυτοτήτων ή νοημάτων. Από τα καφέ και τα πάρκα μέχρι το internet και τα chat room, οι συναντήσεις διαμεσολαβούνται από το ατομικιστικό μοντέλο ζωής. Βέβαια υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Οι αντικουλτούρες βρίσκουν τους χώρους τους στις πόλεις, τα πανεπιστήμια εξακολουθούν να παράγουν μαζική κοινωνικοποίηση και να αποτελούν πόλους πολιτικοποίησης, οι πλατείες έχουν γίνει τα καταφύγια των ψηγμάτων συλλογικής ζωής, ενώ μοντέλα συλλογικής καθημερινότητας ξεπηδούν όλο και συχνότερα.

Ο εργασιακός χώρος, παρότι ιδιωτικός, από την στιγμή που σε αυτόν συναντιούνται διαφορετικά υποκείμενα μεταξύ τους έχει τα στοιχεία ενός δημόσιο χώρου. Μπορεί κανείς να κοινωνικοποιηθεί, να αναπτύξει σχέσεις και δεσμούς – ελπίζουμε όχι με το αφεντικό. Όμως όπως προαναφέραμε δεν πρόκειται για εκείνο το μαζικό χώρο, του εργοστασίου όπου η κοινωνικοποίηση του εργάτη μέσα από την κοινά βιωμένη αλλοτρίωση παρήγαγε ευκολότερα συλλογικά νοήματα άρνησης και αγώνα. Από την στιγμή που η αλλοτρίωση εξατομικεύεται και η θέαση του κόσμου μετατρέπεται σε αυστηρά προσωπική υπόθεση, οι συμπεριφορές που αναπτύσσονται είναι καθαρά ιδιωτικές – ο καθένας και τα προβλήματα του. Για να σπάσει αυτό απαιτείται τεράστια προσπάθεια και συχνά ο πολιτικοποιημένος κόσμος προτιμάει να συναντιέται με ανθρώπους που ήδη έχουν κάνει το βήμα της συλλογικής αντιμετώπισης των προβλημάτων. Η εμπειρία όμως έχει δείξει πως ακόμα και στον χώρο εργασίας μπορούν να εμφανιστούν ριζοσπαστικές μειοψηφίες, να βάζουν μπροστά το συλλογικό και να αποτελούν μια καλή μαγιά για να ξεπηδήσουν αγώνες. Η απογοήτευση και η απομόνωση, απόρροια της πολυδιάσπασης των χώρων εργασίας, μπορούν να σπάσουν μέσα από την διαδικασία σύνδεσης – το να νιώθουμε δηλαδή ότι αποτελούμε μέρος ευρύτερων αρνήσεων και το ότι οι αγώνες μας μπορούν να επηρεάζουν και άλλους.

Η γειτονία – ως η κοινότητα που συγκροτείται γύρω από την αναπαραγωγή – έχει επίσης την ίδια μοίρα. Εντοιχισμένα «ατομικά» προβλήματα, συγκαλυμμένη βία, συναντήσεις διαχειριστικές και διεκπεραιωτές και όχι ουσιαστικές (βλ. συνελεύσεις πολυκατοικίας, σύλλογοι γονέων κτλ.). Επίσης σε πολλές περιπτώσεις, κατά το ελληνικό φαινόμενο, η ίδια η εκμετάλλευση διαπερνάται άμεσα από σχέσεις συγγένειας που καθιστούν δυσκολότερες τις αρνήσεις και δημιουργούν το φαινόμενο της αλληλοδιαπλοκής οικογενειακού θεσμού και εργασιακού περιβάλλοντος. Ακόμα και αν θέλει κανείς να ξεφύγει από αυτό το πλέγμα που συγκροτούνται οι δημόσιες σχέσεις (σε καφετέριες, τοπικά μαγαζιά κτλ.) έχει να συναντήσει ένα ολόκληρο μοντέλο κοινωνικοποίησης όπου η αλληλεξάρτηση των επιμέρους συμφερόντων παραμένει θολή και εμποτισμένη με αρκετή δόση συντηρητισμού και «αόρατης» εκμετάλλευσης. Το μοντέλο αυτό κυριαρχεί στις ελληνικές πόλεις και ιδιαίτερα στις γειτονιές.

Αντιθέτως στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η έννοια της γειτονιάς έχει αποσαθρωθεί πλήρως, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Στην άβυσσο της εκμετάλλευσης, ανάμεσα σε πολυεθνικές, μεγάλα καταστήματα, πολυτελή μαγαζιά, μπαρ, εστιατόρια, ξενοδοχεία, αλλά και στις οργανωμένες μαφίες, την πορνεία και το εμπόριο θανάτου κτλ. οι μόνες κοινότητες που έχουν συγκροτηθεί δημόσια είναι αυτές των ριζοσπαστικοποιημένων μειοψηφιών (ή των αμυνόμενων μειονοτήτων). Δεν είναι τυχαίο που στο χάος των διαλυμένων συλλογικών ταυτοτήτων τα τελευταία 30 χρόνια, η συγκρότηση της αντίστασης πραγματώθηκε μέσα από την ταυτότητα του πολιτικοποιημένου ριζοσπάστη, αναρχικού, αντιεξουσιαστή, ακροαριστερού φοιτητή. Επίσης δεν είναι τυχαίο που αυτή η ταυτότητα συναντήθηκε και κοινωνικοποιήθηκε με νέους, μαθητές, φοιτητές και εργαζόμενους, τα τελευταία 2 χρόνια μετά το Δεκέμβρη, αφού αποτέλεσε την μόνη πρόταση ορατής αντίστασης και αγώνα. Η ταυτότητα του νεαρού ριζοσπάστη, που συγκροτείται στο διάχυτο εργοστάσιο και μπλοκάρει κατά βάση την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και τον καπιταλιστικών προσταγών σαμποτάροντας την δημόσια τάξη, αποδείχθηκε με την σειρά της μερική. Στην κρίσιμη στιγμή που διανύουμε για τα συλλογικά κεκτημένα του παρελθόντος αδυνατεί να απαντήσει και να μπλοκάρει την αναδιάρθρωση, μπλοκάροντας την παραγωγή με μαζικό τρόπο. Η αδυναμία αυτή έγκειται  στο ότι δεν μπόρεσε να επηρεάσει και να διεισδύσει σε φιγούρες (ίσως παρελθοντικές) ή να πιέσει δομές τέτοιες που να καθιστούν το μπλοκάρισμα των πάντων εφικτό (αν και το προσπάθησε βλ. κατάληψη της ΓΣΕΕ). Μένει λοιπόν να γεννήσει τις νέες δυνατότητες, είτε οργανωτικές είτε νοηματικές, στοχεύοντας στην καρδιά του κτήνους, την εξάρτησή μας δηλαδή από την μισθωτή εργασία.

Από την άλλη εδώ και κάποια χρόνια, πολιτικοποιημένοι κατά βάση άνθρωποι προσπαθούν να συγκροτήσουν ξανά τις έννοιες της κοινότητας με βάση την γειτονία με όχι κατ’ ανάγκη άμεση σχέση με τα εργασιακά ζητήματα. Αυτές οι απόπειρες δούλεψαν, συγκρότησαν μια ελάχιστη βάση συλλογικοποίησης και φάνηκε ότι στάθηκαν ικανές να δημιουργήσουν δεσμούς που σε ένα περιβάλλον ανάπτυξης των αγώνων κατάφεραν να δράσουν υποστηρικτικά, όπως π.χ. το Δεκέμβρη και η αλληλεγγύη στην Κ. Κούνεβα. Θεωρούμε πως η στροφή στο τοπικό, στο χώρο όπου συναντιέται η εκτός εργασιακού χρόνου κοινή ζωή μπορούν επίσης να σχηματιστούν δεσμοί και σχέσεις που να δημιουργούν ευνοϊκό περιβάλλον τόσο για την σύνδεση των αγώνων και για την άμεση υποστήριξη τους, όσο και για το άνοιγμα ζητημάτων που σχετίζονται με την εργασία όσο και με συνολικά ζητήματα που προκύπτουν από την ζωή μέσα στον καπιταλισμό. Υγεία, ασφάλιση, κατανάλωση, μέσα διαβίωσης, στέγαση, πολιτισμός.

Το είπαμε και παραπάνω ένας αγώνας είναι προνομιακό επίπεδο για τη συνάντηση των υποκειμένων που θέλουν να αγωνιστούν, ποιες είναι όμως οι διεργασίες που θα βάλουν περισσότερο κόσμο σε κίνηση; Ποιοι θα είναι οι τόποι συνάντησης; Πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την υπάρχουσα εμπειρία, τις υπάρχουσες δομές για να δημιουργήσουμε αγώνες ή έστω να δράσουμε υποστηρικτικά;

Ποιες τελικά είναι οι μορφές οργάνωσης που θα καταστήσουν την αυτενέργεια και την συλλογικότητα ικανές να παράγουν πολιτική από τα κάτω όχι μόνο για την ικανοποίηση των άμεσων υλικών ζητημάτων αλλά για τον μετασχηματισμό της ίδιας μας της ζωής;

Υπήρξαν ιστορικά παραδείγματα όπως οι wobblies, τα εργοστασιακά συμβούλια, η ιταλική αυτονομία που κατάφεραν  να απαντήσουν  τέτοια ερωτήματα αρκετά πετυχημένα,. Όλα αυτά σήμερα φαντάζουν ξεπερασμένα στο χρονοντούλαπο της παγκόσμιας κινηματικής ιστορίας, όμως έχουν κάτι κοινό την κοινή μοίρα αυτών των ανθρώπων που αγωνίστηκαν μέσα αλλά και πέρα από τη μισθωτή εργασία. Είναι παραδείγματα οργάνωσης  των εργατών/τριών που βάζανε θέματα γύρω από το φάσμα ολόκληρης της ζωής, στήνανε δομές αλληλεγγύης, δημιουργούσαν αγωνιστική κουλτούρα και έφεραν μέσα τους ένα διαφορετικό πολιτισμό. Άλλωστε, οι σχέσεις, οι συνειδήσεις, ο τρόπος σκέψης των ανθρώπων δεν αλλάζει σε μια στιγμή αλλά μέσα από συλλογικές διαδικασίες, που χτίζουν το «εμείς», που απαντάνε σε κοινές ανάγκες και ζητήματα και επιτίθενται στις εξουσιαστικές σχέσεις.


cafe la rage, προβολή ντοκιμαντέρ Οι ταξικοί αγώνες στο προσκήνιο (1974-76)

Φεβρουαρίου 26, 2010

cafe la rage, προβολή ντοκιμαντέρ Οι ταξικοί αγώνες στο προσκήνιο (1974-76)

Απέναντι στην εντεινόμενη υποτίμηση των ζωών μας, στην επισφάλεια, την μαύρη εργασία, την ανεργία, στον φόβο της απόλυσης
Απέναντι στον καθημερινό εκβιασμό της μισθωτής εργασίας και την επίθεση που δεχόμαστε από αφεντικά και κράτος
Οργανώνουμε την οργή μας
Café larage

Τόπος συνάντησης και αυτοοργάνωσης, επισφαλών, ανέργων μαύρων εργατριών και εργατών
αυτοοργανωμένο εργατικό καφενείο με συζητήσεις, προβολές, εκδηλώσεις πάνω σε εργασιακά ζητήματα και νομική υποστηρίξη, κάθε πέμπτη μετά τις 20.00
§          Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010 προβολή ντοκιμαντέρ  Οι ταξικοί αγώνες στο προσκήνιο (1974-76), Πρωτοβουλία από το στέκι Άνω-Κάτω Πατησίων στην κατάληψη Φάμπρικα Υφανέτ (Ομήρου και Περδίκα, κάτω Τούμπα)
§          Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010 προβολή ντοκιμαντέρ La batallia de Euskalduna (Μπιλμπάο δεκαετάα ‘80) (οι εργατικοί αγώνες ενάντια στην καπιταλιστική αναδιάρθωση  των ναυπηγείων του Μπιλμπάο τη δεκαετία του ‘80) στην κατάληψη Libertatia (λεωφ. Στρατού 19 & Σαρανταπόρου)
Café larage
Καφενείο «η οργή»

Παρέμβαση και διακοπή συνεδρίου για την βιομηχανία απο αντιεξουσιαστές/τριες

Φεβρουαρίου 8, 2010

Παρέμβαση και διακοπή συνεδρίου για την βιομηχανία απο αντιεξουσιαστές/τριες

Παρέμβαση περίπου 50 συντρόφων/ισσών έγινε σήμερα το απόγευμα στο ξενοδοχείο Νικόπολις λίγο έξω από την θεσσαλονίκη, την ώρα που πραγματοποιούνταν η τελική από μια σειρά εκδηλώσεων για την ελληνική βιομηχανία και τα σχέδια των αφεντικών για αναδιάρθρωση. Το συνέδριο διοργανωνόταν από το σύνδεσμο βιομηχάνων βορείου ελλάδος και την eurobank και συμμετείχαν αρκετά από τα κεφάλια από την συνομοταξία των ελληνικών αφεντικών (σεβ, υπουργός οικονομίας, γσεε).
Σηκώθηκε πανώ, φωνάχτηκαν αρκετά συνθήματα και πετάχτηκαν τρικάκια και κείμενα. Φεύγοντας, ξεχάστηκαν πίσω και κάποιες πατατόβομβες που βάρυναν την ατμόσφαιρα και ματαίωσαν την φιέστα, κάτι που ήταν και στόχος της δράσης.
Ακολουθούν φωτογραφίες από την παρέμβαση και το κείμενο που τη συνόδεψε.
Πόλεμο στον πόλεμο των αφεντικών!

Έχει ενδιαφέρον ο τρόπος που η διεθνής και κυρίως η ντόπια δημαγωγία παρουσιάζουν την παρούσα κρίση σαν ένα φυσικό φαινόμενο. Ένα αναπόφευκτο γεγονός που οφείλουμε να αποδεχτούμε και να υπομείνουμε όλοι μαζί. Αποκομμένη από το ιστορικό πλαίσιο και τις βαθύτερες αιτίες, απονεκρωμένη από τους ανταγωνισμούς που είναι πάντοτε παρόντες, κάθε τέτοια αναφορά στην κρίση καταλήγει σε μια ταυτολογία. Για την κρίση του καπιταλισμού φταίει η κρίση, οι αδηφάγοι κύκλοι ή, σε στιγμές μεγαλύτερης διαύγειας, η έλλειψη ελέγχου της αγοράς. Ακόμη και με την πλάτη στον τοίχο (ή ειδικά γι’αυτό…), οι υπέρμαχοι του καπιταλισμού φωνάζουν όλο και πιο αγχωμένα πως “οι ιδεολογίες έχουν πεθάνει”, έστω κι αν τους ξεφεύγει πως το μόνο που απέμεινε είναι η πολιτική οικονομία του ψέματος.
Αυτή η θεαματική διαχείριση της κρίσης σαν ένα φυσικοποιημένο κακό, έχει, ανάμεσα στα άλλα οφέλη, μια γνώριμη συνταγή: εθνική ενότητα τη λένε. Οι αγωνιώδεις δηλώσεις για την αμφισβήτηση της εθνικής κυριαρχίας και οι γεμάτες αυτοθυσία εκκλήσεις “να ματώσουμε ρε παιδιά για λίγα χρονάκια”, είναι το προπέτασμα για έναν ωμό εκβιασμό : “αφού δεν ιδωτικοποιήθηκαν όσα κέρδη θα θέλαμε, ας κοινωνικοποιηθούν τώρα οι ζημιές”. Με αυτόν τον τρόπο θα κληθούν οι από-κάτω να πληρώσουν για το γεγονός ότι δεν ήταν αρκετά εκμεταλλεύσιμοι/ες (τουλάχιστον όχι όσο θα ήθελαν τα αφεντικά ώστε να αποκαταστήσουν το χρόνο που δανείζονταν από το μέλλον, ελπίζοντας πως θα τον ξεπληρώσουν με την ένταση της εκμετάλλευσης ). Με ανεργία, πάγωμα ή μειώσεις μισθών, περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, αναδιοργάνωση του ασφαλιστικού. Κάπως έτσι, όχι μόνο εμπεδώνονται για ακόμη μια φορά οι κυρίαρχες ιδεολογίες, αλλά επιχειρείται σε πραγματικό χρόνο μια βαθύτερη καθυπόταξη των υπηκόων με το πρόσχημα μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Οι αγώνες και οι απεργίες απαγορεύονται γιατί υπονομεύουν την κοινή προσπάθεια να σώσουμε τον τόπο, οι συγκρούσεις απαξιώνονται γιατί εκθέτουν την χώρα μας στο εξωτερικό, μειώνοντας τον τουρισμό αλλά και την πιστοληπτική της ικανότητα.
Ανάμεσα στ’άλλα, λοιπόν, η κρίση είναι και μια ευκαιρία για νέες δουλειές. Βusinessasusual. Κι εδώ δε χωράνε συστολές ̇ όσο θα υπάρχει κεφάλαιο θα υπάρχουν και οι βλέψεις για νέες περιφράξεις, για νέες λεηλασίες ανθρώπων και φυσικών πόρων. Η κρίση είναι μια χρήσιμη περίοδος γι’αυτό, διαστέλλοντας τα όρια της κοινωνικής συναίνεσης (ουσιαστικά της αποδοχής ενός βαθμού βίας και εκμετάλλευσης) και αναδιοργανώνοντας τις σχέσεις εργασίας και αναπαραγωγής. Ας μην ξεχνάμε πως σε μια τέτοια περίοδο οι διακρατικοί ανταγωνισμοί αυξάνονται και πως στην αρχή της επόμενης φάσης, κάθε κράτος θα ήθελε να ξεκινήσει με τους ευνοϊκότερους όρους. Με τον καπιταλισμό του αναδιαρθρωμένο και τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς αμβλυμένους.
Έχουν, λοιπόν, καλούς λόγους τα αφεντικά να βλέπουν από τώρα 10 (και περισσότερα) χρόνια μπροστά και να σχεδιάζουν τις κινήσεις τους. “Για φαντάσου, 2020, τα ακραία κρισιακά φαινόμενα έχουν υποχωρήσει, το μαύρο συννεφάκι έχει φύγει πάνω από το κεφάλι της ελλάδας κι εμείς απολαμβάνουμε την ανάπτυξη και συσσώρευση κάτω από τον ήλιο της ακραίας υποτίμησης. Γελάνε και τα μουστάκια μου, σύνεδρε.”
Μα αυτά δεν είναι αναπτυξιακά σχέδια, είναι πολεμικές προετοιμασίες. Κι όμως, όσο αυτοί σχεδιάζουν επί χάρτου, η πραγματική κοινωνική κίνηση συχνά εγκυμονεί εκπλήξεις. Το κοινωνικό συμβόλαιο έχει σπάσει και οι κοινωνικές αντιστάσεις εκφράζονται όλο και πιο δυναμικά, ξεπερνώντας τις διαιρέσεις και τις διαμεσολαβήσεις που μας επιβάλλονται. Δε συμμεριζόμαστε τις δυστοπίες τους, αντίθετα βλέπουμε την δική μας έξοδο από την κρίση αλλού. Στη συλλογικοποίηση των καθημερινών αρνήσεων, στη σύνδεση των αγωνιζόμενων κομματιών, στις νέες κοινότητες των εξεγερμένων. Σ’όλα αυτά που δημιουργούν και οξύνουν τις κρίσεις του καπιταλισμού, μέχρι την τελεσίδικη καταστροφή του.



ΑΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΟΙ ΑΓΩΝΕΣ – ΑΛΗΤΕΣ ΛΕΡΕΣ ΕΡΓΑΤΟΠΑΤΕΡΕΣ

Μαΐου 2, 2009

προκήρυξη που μοιράστηκε κατά την αντισύγκεντρωση που κάλεσαν οι αναρχικοί/ες υπέρ της κρίσης την πρωτομαγιά στην πλ. Αριστοτέλους

ΑΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

ΑΛΗΤΕΣ ΛΕΡΕΣ ΕΡΓΑΤΟΠΑΤΕΡΕΣ

Η 1η Μαΐου του 1886 στο Σικάγο δεν ήταν μια μέρα που τα αφεντικά μας χάρισαν το 8ωρο. Ήταν μια ημέρα που χιλιάδες απεργοί εργάτες συγκρούστηκαν με τις δυνάμεις καταστολής, αρνούμενοι να συνεχίσουν να χαρίζουν το χρόνο και τα σώματά τους στα αφεντικά. Οι απεργοί του σικάγο δεν είχαν σε καμία περίπτωση στο μυαλό τους να καθιερώσουν μία ακόμα μέρα μνήμης (ρίζα της λέξης μνημόσυνο), μία ακόμα 3ήμερη ευκαιρία για εκδρομή στην εξοχή.

Να όμως που οι κάθε λογής καπηλευτές των αγώνων κατάφεραν επιμελώς να απονοηματοδοτήσουν μια ιστορική στιγμή ανατρεπτικής δυναμικής. Κατέστησαν την 1η Μαΐου μια πλήρως θεσμοποιημένη ημέρα μνήμης και συντεχνιακών εξαγγελιών, εμπλουτισμένων με εντυπωσιακές απειλές προς τους εργοδότες και φρούδες ελπίδες για τους εργαζόμενους. Βασικό τους όπλο για τη συνέχιση της αναπαραγωγής και της κοινωνικής νομιμοποίησης του ρόλου τους ως «ειδικών του αγώνα», που στην ουσία όμως εναντιώνεται σε κάθε προσπάθεια οργάνωσης από τα κάτω, σε κάθε απόπειρα δυναμικής διεκδίκησης. Φυσικά δεν παριστάνουμε πως ανακαλύψαμε σήμερα την αμερική. Παρ’ όλα αυτά κάποια πράγματα πρέπει να γίνονται ξεκάθαρα ξανά και ξανά, ειδικά όταν η πρόσφατη ιστορία των αγώνων και του ρόλου του γραφειοκρατικού συνδικαλισμού μέσα σε αυτούς έχει πολλά να πει …

Κάτι περισσότερο από ένα χρόνο πριν, τα συνδικάτα φρόντισαν να επιδείξουν περίτρανα το πόσο καλοί «πυροσβέστες» είναι. Και δεν αναφερόμαστε στις πυρκαγιές του καλοκαιριού του 2007, αλλά στις κινητοποιήσεις για το ζήτημα του ασφαλιστικού. Κατάφεραν να απορροφήσουν τους κοινωνικούς κραδασμούς που ένα τέτοιο ζήτημα θα μπορούσε να προκαλέσει, διαμορφώνοντας εξ αρχής κλίμα ήττας (καλώντας  ελάχιστες απεργίες και διοργανώνοντας πορείες-κηδείες), τη στιγμή που σωματεία (όπως π.χ. των ποε-οτα) και ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια είχαν δείξει δυναμική διάθεση. Όμως δεν αρκούνται καν στο ρόλο του πυροσβέστη-αμορτισέρ. Σαμποτάρουν αγώνες που ξεκινούν από τα κάτω – ευτυχώς πολλές φορές χωρίς να τα καταφέρνουν- με την ηχηρή απουσία τους από αυτούς, σε μια προσπάθεια απονομιμοποίησης των υποκειμένων που αγωνίζονται.

Αυτό ακριβώς συνέβη μετά τη δολοφονική απόπειρα εναντίον της Κ.Κούνεβα και τον μεγάλο αγώνα που ξεκίνησε από συλλογικότητες και πρωτοβάθμια σωματεία. Οι γραφειοκράτες συνδικαλιστές έχουν αναλάβει εδώ και χρόνια το ρόλο του εργολάβου «εργατικών» και μόνο ζητημάτων, χάνοντας από τον ορίζοντά τους το συνολικό επαναστατικό πρόταγμα, στοιχείο που είχαν όμως τα συνδικάτα στην αρχή της δημιουργίας τους ως δομές αγώνα. Δεν είναι απλώς ότι αδιαφορούν να συνδεθούν με άλλα κοινωνικά κομμάτια που αγωνίζονται, αλλά εχθρεύονται κάθε κίνηση που δεν έχει αμιγώς εργατίστικα χαρακτηριστικά, που δεν ελέγχεται από τα όργανά τους, κάθε προσπάθεια που δεν χωράει διαμεσολάβηση. Αποτέλεσμα; Ο λόγος και η προπαγάνδα τους για κάθε αδιαμεσολάβητο αγώνα να συμπίπτει με αυτήν των αφεντικών και του κράτους.

Αναμενόμενη (αυτό βέβαια δεν την κάνει και λιγότερο εχθρική) ήταν η στάση τους κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του δεκέμβρη. Όχι μόνο δεν προσπάθησαν να στηρίξουν τον κόσμο που κατέβηκε στους δρόμους, αλλά έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους στην κατεύθυνση της εθνικής συμφιλίωσης για την οποία παρακαλούσαν τα αφεντικά, προσπαθώντας να ακυρώσουν (την ήδη καλεσμένη) απεργία και πορεία στις 10 δεκέμβρη ασπαζόμενοι τη ρητορική του κράτους περί βανδάλων, κουκουλοφόρων και άλλων δαιμονίων. Το μόνο που είχαν να πούνε για την κατάληψη των κεντρικών γραφείων της γσεε από πρωτοβάθμια σωματεία εργαζομένων εκείνη την περίοδο, ήταν πως οι εργάτες δεν έχουν δουλειά στην κατάληψη, και πρέπει να βρίσκονται στους χώρους εργασίας τους. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε να παραδεχτούν πως φυσικά και αποτελούν στόχο των σωματείων βάσης.

Το μόνο  που τους απομένει για να δικαιολογούν την ύπαρξή τους είναι τα γεύματα με τον σεβ και τους υπουργούς για την υπογραφή των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (1 ευρώ

αύξηση το μήνα). Και μάλιστα τελευταία με περιορισμένη ισχύ. Ας θυμηθούμε όλοι την πρόσφατη άρνηση εταιρειών να εφαρμόσουν τη συλλογική σύμβαση, μη αποδεχόμενες τις ήδη μικρές αυξήσεις που αυτή προέβλεπε.

Ουσιαστικά γραφειοκρατικός συνδικαλισμός και αφεντικά είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος που λέγεται εργασιακή εκμετάλλευση (αυτό είναι βέβαια ένα από τα νομίσματα που σε αντίθεση με το ευρώ μπορούν να έχουν πάνω από δύο όψεις). Ρόλος τους είναι να προωθούν τα συμφέροντα των αφεντικών, ώστε να μπορούν και οι ίδιοι να υπάρχουν. Τελευταίο και πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα ήταν και αυτό που συνέβη στη Νάουσα, όταν σε εργοστάσιο κονσερβοποιίας κλείσανε τις ανασφάλιστες εργάτριες στα ψυγεία κατά τη διάρκεια ελέγχου του ικα. Η απάντηση του προέδρου του εργατικού κέντρου της περιοχής άφησε άφωνους ακόμα και τους εργοδότες. Αυτό έγινε με καλή πρόθεση ώστε να μη χάσουν οι καημένες οι εργάτριες τη δουλειά τους!

Ούτε όμως και η κρίσιμη σημερινή πραγματικότητα (αυτό που ονομάζεται κρίση) δεν φαίνεται να συνταράζει καθόλου τα λιμνάζοντα νερά της σκέψης τους. Το αίτημα για επιστροφή στο κοινωνικό κράτος και το τέλος της «παράλογης» νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής ανάπτυξης, δεν είναι παρά αίτημα για επιστροφή στην «ευπρεπισμένη» εκμετάλλευση της εργασίας, στην «σενιαρισμένη» καπιταλιστική βαρβαρότητα. Βλέπουν στο κράτος το σωτήρα τους, οραματιζόμενοι καινούρια New Deals. Εκτός όμως ότι δεν μας λένε πώς θα συμβεί αυτό (όπως μετά το ’29 με κάτι μικρούς πολέμους και μερικά εκατομμυριάκια νεκρών στο βωμό των συμφερόντων των αφεντικών;), φαίνεται να κάνουν πως δεν έχουν αντιληφθεί ούτε στο ελάχιστο την πραγματικότητα.

Ο καπιταλισμός έχει εδώ και δεκαετίες επεκτείνει τους μηχανισμούς αναπαραγωγής και κερδοφορίας του σε όλο το φάσμα της ζωής. Όλες οι κοινωνικές ανάγκες και σχέσεις έχουν υπαχθεί στη μηχανή που παράγει ιδεολογία και υπεραξία. Μετακίνηση, κατοικία, υγεία, εκπαίδευση, διασκέδαση. Το «κοινωνικό εργοστάσιο» είναι γεγονός εδώ και πολλά χρόνια. Με ποιον τρόπο θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η επιστροφή σε ένα προηγούμενο μοντέλο; Όπως και να έχει τα συνδικάτα φαίνονται αποφασισμένα παρά την κρισιμότητα των εποχών που ζούμε να μην μπουν σε μια ριζική αμφισβήτηση της βίαιης σχέσης του κεφαλαίου. Η ενσωμάτωσή τους στο σύστημα δεν έχει επιστροφή. «Τι να κάνουμε, αφού υπάρχει εκμετάλλευση (εμείς βέβαια καταφέραμε να καβατζωθούμε) ας είναι όσο καλύτερα μακιγιαρισμένη γίνεται». Ούτε λόγος φυσικά για επίθεση στις σχέσεις εκμετάλλευσης, ούτε σκέψη για αγώνα προς τη συνολική κοινωνική απελευθέρωση.

Το βασίλειο των εργατοπατέρων καλά θα κρατεί, όσο οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να αφήνουν τις τύχες τους στα χέρια αυτών των «ειδικών», όσο οι ίδιοι δεν αποφασίζουν με ένα συνολικό σκεπτικό για τη ζωή, να οργανώνουν αγώνες από τα κάτω, αδιαμεσολάβητους, μέσα από δομές με οριζόντια οργάνωση και αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες.

Ο αγώνας για τα κεκτημένα δεν σταματάει με την πραγμάτωσή τους, αλλά είναι αγώνας σε έναν διαρκή πόλεμο. Δεν επιζητάμε την κοινωνική ειρήνη. Και τι είδους  ειρήνη είναι βέβαια αυτή με πάνω από 30 νεκρούς εργάτες κάθε μήνα; Δεν ζητάμε μία σταθερή δουλειά. Δεν θέλουμε απλά καλές συνθήκες εργασίας. Δεν θέλουμε απλά έναν μεγαλύτερο μισθό και ένα καλύτερο ασφαλιστικό σύστημα. Θέλουμε να πάρουμε πίσω τα σώματά μας και το χρόνο που μας έχουν κλέψει. Θέλουμε να πάρουμε πίσω τις ζωές μας. Τα θέλουμε όλα…

ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΛΑ

Αναρχικοί/ές υπέρ της κρίσης


ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 2009 ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΛΑ – ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥΣ

Απριλίου 27, 2009

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 2009 ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΛΑ, ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥΣ

1Η ΜΑΗ 2009

ΤΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΟΛΑ

ΟΛΟΙ ΑΥΤΟΙ, ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΙ, ΜΑΝΑΤΖΕΡ, ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΟΙ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΕΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΩΣ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΚΑΠΟΙΩΝ ΑΚΡΑΙΩΝ ΚΑΙΡΟΣΚΟΠΩΝ

ΟΛΟΙ ΕΜΕΙΣ, ΟΙ ΑΟΡΑΤΟΙ, ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΣ, ΑΝΕΡΓΕΣ, ΜΑΥΡΟΙ, ΜΕΤΑΝΑΣΤΡΙΕΣ, ΕΝΟΙΚΙΑΖΟΜΕΝΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ,

ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥΣ

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ 10.00 ΠΛ. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ/ΕΣ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

κείμενο της συντακτικής ομάδας εντύπου Στάση στο συνεχές τρέξιμο των επισφαλών σχέσεων (https://stasiepisfaleias.wordpress.com/)

Κρίση ή

η Ιστορία δεν έχει τελειώσει ή

όλα τώρα ξαναρχίζουν.

Ξαφνικά εδώ και κάποιους μήνες το φάντασμα μιας έντονης ανησυχίας άρχισε να κυριεύει τις ιθύνουσες τάξεις. Εκεί που όλοι οι στατιστικολόγοι, οι μάνατζερ και στρατιές των οικονομολόγων μας διαβεβαίωναν ότι όλα βαίνουν καλώς για την ανίκητη αγοραία οικονομία κάποιες συσπάσεις στο πρόσωπο των τραπεζιτών, διάσπαρτες αυτοκτονίες δισεκατομμυριούχων, τραυλίσματα, επιφυλακτικότητα, ματαιώσεις διαλέξεων από γκουρού της οικονομίας άρχισαν να μας ψυλλιάζουν. Για την επερχόμενη οικονομική κρίση. Ένα σύμπτωμα μόνο της υποβόσκουσας ασθένειας του καπιταλιστικού συστήματος Μια καρδιακή προσβολή στο σώμα του καπιταλισμού, που δεν είναι δυνατόν να μην έχει σχέση με την κατάσταση της υγείας ολόκληρης της καπιταλιστικής μηχανής. Μιας μηχανής που στην συνάντηση της με τους κρατικούς θεσμούς εδώ και ούτε δύο αιώνες υφαίνει αμείλικτες και καταστροφικές συγκρούσεις στην παραγωγή και στη διανομή των αγαθών και των υπηρεσιών. Η οικονομική κρίση που ξεκίνησε στο χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν ήταν πάρα ένα πρώτο σοκ στο κυκλοφοριακό σύστημα της μηχανής που παράγει κέρδος και ταξικές διαιρέσεις και ονομάζεται εδώ και κάποια χρόνια καπιταλισμός. Ένα σοκ που μεταδίδεται σαν πυρκαγιά σε όλα τα δαιδαλώδη παρακλάδια του που έχουν κυριεύσει τη ζωή μας.

Σαν μια πρώτη απάντηση σε αυτό το σοκ οι αφελής απολογητές του συστήματος έσπευσαν να αποκαθηλώσουν κάποια από τα ανδρείκελα τους που με επιμονή επένδυαν στο image τους τόσα χρόνια. Τα λεγόμενα golden boys. Αυτούς που μέχρι χθες τους πρόβαλαν σαν σύμβολα επιτυχίας, δυναμικότητας, απόλαυσης της ζωής, νοήματος. Μια κίνηση πανικού που προσδοκούσε να θολώσει την πραγματικότητα. Να μεταθέσει το διακύβευα από μια κριτική του συστήματος σε μια καταδίκη κάποιων αδίστακτων κερδοσκόπων. Οι πανικόβλητοι απολογητές, τα think tanks, και οι υπόλοιποι μπουρδολόγοι στη συνέχεια καταδίκασαν το «ακραία κερδοσκοπικό κεφάλαιο» λες και ο καπιταλισμός δεσμεύεται ηθικά για το ποσοστό του κέρδους. Είναι εμφανές ότι πολιτικός στόχος ήταν να μυστικοποιηθεί η κρίση. Να αποδοθεί σε ακραίους καπιταλιστές για να μην πληγεί ο πυρήνας της νέο – φιλελεύθερης ιδεολογίας. Η οικονομία της αγοράς, η ιδιοκτησία και το ατομικό κέρδος ως θεμέλιος λίθος των κοινωνικών σχέσεων. Το τέλος της ιστορίας που διακήρυσσαν οι καπιταλιστές θεωρητικοί στις αρχές του 90 μάλλον άρχισε να προεικονίζει το δικό τους τέλος. Αυτό που ουσιαστικά πυροδοτήθηκε από την κρίση ήταν η ανεπάρκεια του νεοφιλελευθερισμού στην πιο ιδεολογική μορφή του να διεκδικεί ότι βρίσκεται στο επίκεντρο των πάντων. Ότι αποτελεί την μόνη διέξοδο αυτής της κοινωνίας. Σε πολλά μυαλά άρχισαν σπίθες νέων κομμουνισμών να ξαναφουντώνουν. Αυτή ήταν μια τεράστια πολιτική ήττα του καπιταλισμού.

Εμείς και η κρίση

Ποιοι είμαστε εμείς. Εμείς δεν είμαστε άλλοι από αυτούς που τόσο καιρό, μήνες, χρόνια αιώνες βιώνουμε στην καθημερινότητα μας την μάχη για ζήσουμε χωρίς να πρέπει να υποστούμε τον εκβιασμό της εργασίας, το άγχος της απόλυσης, την αποξένωση του χρήματος. Εμείς που εργαζόμαστε για να τα βγάλουμε πέρα, που κλέβουμε στο supermarket, που κουρασμένοι από την αγώνα για επιβίωση σαπίζουμε το βράδυ στα ριάλιτι και στις σαπουνόπερες μη έχοντας δυνάμεις να κάνουμε κάτι άλλο. εμείς λοιπόν αυτή την κρίση του συστήματος το αδιέξοδο του και πρωταρχικά το δικό μας αδιέξοδο μέσα σε αυτό το ζούμε πολύ πριν ξεσπάσει η κρίση. Τα αφεντικά, οι αιώνιοι αντίπαλοι μας, οι συνεργάτες μας κατά άλλους για να ρολάρει η οικονομία έχουν εφεύρει άπειρους τρόπους για να αναβάλουν την κρίση.

Τη δεκαετία του 70 όταν οι κοινωνικές συγκρούσεις πίεζαν τα αφεντικά και την κερδοφορία του μηχανεύτηκαν πολλούς τρόπους άμεσα αποτελεσματικούς. Έβγαλαν με το outsourcing τις θέσεις εργασίας στο εξωτερικό, για να εκμεταλλευτούν φθηνότερους μισθούς, βάζοντας γυναίκες μέσα στην εργατική δύναμη, αντικαθιστώντας εργάτες με υπολογιστές κι άλλα μηχανήματα και φέρνοντας τα φθηνά εργατικά χέρια των μεταναστών, οι εργοδότες κατάφεραν να κατεβάσουν τους μισθούς των εργαζόμενων, ακόμη κι όταν αυτοί παρήγαγαν περισσότερα εμπορεύσιμα αγαθά. Τα αποτελέσματα ήταν προβλέψιμα. Από τη μια μεριά, ανέβηκαν τα κέρδη των επιχειρήσεων (αφού τελικά οι εργάτες παρήγαγαν όλο και περισσότερο, πληρωνόμενοι όλο και λιγότερο). Από την άλλη μεριά, μετά από λίγα χρόνια, οι στάσιμοι μισθοί των εργατών αποδείχθηκαν ανεπαρκείς για να τους επιτρέψουν να αγοράζουν τους αυξανόμενους καρπούς της εργασίας τους

Έτσι, μετά τη δεκαετία του 1970, ξεπρόβαλε μια άλλη καπιταλιστική κρίση, καθώς φαινόταν στον ορίζοντα μια άσχημη οικονομική ύφεση. Αλλά η κρίση αυτή δεν επεκτάθηκε, επειδή ο καπιταλισμός βρήκε έναν τρόπο να την αναβάλλει: τα μαζικά χρέη. Αφού οι εργοδότες κατάφερναν να κρατούν τους μισθούς χαμηλούς, ο μόνος τρόπος για να πουλούν τους καρπούς τις ολοένα κι αυξανόμενης παραγωγής ήταν με το να δανείζουν στους εργάτες χρήματα για να αγοράζουν αυτοί ό,τι ήθελαν. Οι επιχειρήσεις επένδυαν τα ανερχόμενα κέρδη τους στην αγορά νέων τίτλων χρεογράφων, που υποστηρίζονταν από υποθήκες εργατών, από καταναλωτικά και πιστωτικά δάνεια. Οι κάτοχοι τέτοιων τίτλων χρεογράφων γινόντουσαν, με τον τρόπο αυτό, δικαιούχοι των μερισμάτων των μηνιαίων πληρωμών, που έκαναν οι εργάτες για τα δάνειά τους. Στην πραγματικότητα, τα επιπρόσθετα κέρδη, που προέρχονταν από τη διατήρηση των μισθών των εργατών σε χαμηλά επίπεδα, τώρα διπλασίαζαν τον φόρο των εργοδοτών, οι οποίοι κέρδιζαν τις ψηλές πληρωμές των τόκων, ξαναδανείζοντας μέρος αυτών των κερδών πάλι στους εργάτες!

Η αναβολή της λύσης της κρίσης στα 1970 το μόνο που κατάφερε ήταν να προετοιμάσει το δρόμο για μια μεγαλύτερη κρίση τώρα. Οι ραγδαίες αυξήσεις του καταναλωτικού δανεισμού στα 1980, στα 1990 και μετά το 2000, ιδίως στα πλαίσια του κόσμου των απελευθερωμένων αγορών, δημιούργησε ψηλά πλεονάσματα κερδοσκοπίας και διαφθοράς (πρώτα με την “φούσκα” του χρηματιστηρίου και μετά με την “φούσκα” της κτηματομεσιτικής αγοράς). Επιπλέον, επιβάρυνε εκατομμύρια Αμερικανών με ανυπόφερτα χρέη. Από το 2006, οι πιο πιεσμένοι δανειολήπτες – οι ονομαζόμενοι “sub-prime” – δεν μπορούσαν πια να πληρώσουν αυτά που χρωστούσαν. Τότε άρχισε η ελικοειδής κατηφόρα αυτού του οικοδομήματος

Το λεγόμενο δανειοληπτικό γκρέμισμα, όπου καταρρέει το σύστημα ατομικοποίησης του κοινωνικού κράτους.

Αυτή η κατάσταση δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστο και το ελληνικό καπιταλισμό. Τη ψωροκώσταινα που τα αφεντικά της τρέχουν με ένα από τους μεγαλύτερους ρυθμούς κερδοφορίας. Ο ντόπιος κοινωνικός σχηματισμός έχει αρχίσει να νοσεί και κομμάτια των αφεντικών στην προσπάθεια τους να επιβιώσουν καταστρέφουν μικρό- αφεντικά . Προφανώς και δεν έχουν κάποια νέα ιδέα για το πώς να βγουν από αυτή την κατάσταση. Γι αυτό ακολουθούν την πεπατημένη. Απολύσεις, επίθεση στους μισθούς, διαθεσιμότητες, κρατική βοήθεια στους τραπεζίτες, νέα σχέδια φορολόγησης. Προσπαθούν να μας συμπιέσουν όσο μπορούν μήπως και τη βγάλουν καθαρή. Ο εν Ελλάδι καπιταλισμός νοσεί και ο άγγελος της ιστορίας μας καλεί να επιτελέσουμε το ιστορικό μας ρόλο. Να του δώσουμε μια να σπάσει.

Δεν θέλουμε να πληρώσουν τα αφεντικά την κρίση

Τα θέλουμε όλα

Αυτή τη στιγμή λίγο πριν την πρωτομαγιά του 2009, εν μέσω μιας πραγματικής κρίσης του καπιταλισμού αρχίζουμε και πιστεύουμε ότι μπορούμε να τα θέλουμε όλα. Είναι απλά γελοίο να ζητάμε να επιστρέψουμε στην κατάσταση του κράτους προστάτη, που πετώντας μας λίγα ψίχουλα θέλει απλά να μας κλείσει το στόμα. Η οικονομική κρίση είναι κρίση εμπιστοσύνης όλο και μεγαλύτερων κομματιών της κοινωνίας απέναντι στο σύστημα που είναι ανίκανο να καλύψει βασικές ανάγκες. Είναι ανίκανο γιατί απλά δεν μπορεί από θέση να θυσιάσει τα κέρδη και την εξουσία του. Είναι άρπαγες, αλλά, επιπλέον, οφείλουν να είναι τέτοιοι. Γιατί μόνο έτσι λειτουργεί το σύστημα τους.

Ο καπιταλισμός δεν είναι παρά ένα πλιάτσικο, κάτι παράλογο στην υπόστασή του και καταστρεπτικό στην εξέλιξή του. Το τίμημα για κάποιες σύντομες δεκαετίες ευημερίας, που πάντοτε όμως χαρακτηρίζονταν κι από τις απάνθρωπες ανισότητες, ήταν οι περίοδοι των κρίσεων. Σε αυτή την ιστορική συγκυρία που διανύουμε στόχος είναι να οξύνουμε την επίθεση μας σε αυτό τον κόσμο που δεν μπορεί να υποσχεθεί πια τίποτα ούτε καν στον ίδιο του τον εαυτό.

Σε αυτές τις ιστορικές στιγμές που ζούμε δεν υπάρχει κανένας λόγος να θυματοποιούμαστε μετρώντας τις πληγές της κρίσης στη ζωή μας. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια πρόκληση που μπορεί να ανοίξει νέους δρόμους για την κοινωνία. Αυτό που απαιτείται από την πλευρά όλων των κοινωνικών κομματιών είναι βγουν από μια κατάσταση μεμψιμοιρίας, φόβου, καλλιεργημένης άγνοιας και να συνειδητοποιήσουν τη συλλογική τους δύναμη. Τη δύναμη να γράφουν ιστορία.

Οι επερχόμενες εξεγέρσεις μας περιμένουν…


Επίθεση στα γράφεια της Οικιλογικής Α.Ε. στην Κάτω Τούμπα Θεσσαλονικη

Απριλίου 7, 2009

Επίθεση στα γράφεια της Οικιλογικής Α.Ε. στην Κάτω Τούμπα Θεσσαλονικη

αναδημοσίευση από http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1015338

Το Σάββατο 4 Απρίλη 30 περίπου άτομα επιτέθηκαν στα Γραφεία της εταιρείας Οικολογική Α.Ε. στην οδό Φιλήντα Μένου στην κάτω τούμπα.

Η οικολογική είναι η κοινοπραξία στην οποία συμμετέχει και η γνωστή πια ΟΙΚΟΜΕΤ. Η εργολαβική εταιρεία που ευθύνεται για την δολοφονική επίθεση στην κωσταντίνα Κούνεβα. Η οικολογική αποτελεί την αιχμή των δουλεμπορικών εταιρειών στον ελλαδικό χώρο. Έχοντας διασυνδέσεις σε πολιτικά γραφεία και κόμματα έχει καταφέρει να αναλάβει στη Θεσσαλονίκη το ΑΠΘ, την ΕΥΑΘ, τα Νοσοκομεία, και πολλούς άλλους δημόσιους οργανισμούς. Η συγκεκριμένη εταιρεία δεν έχει ανάγκη ούτε τα γκλαμουράτα γραφεία στο κέντρο για να προσελκύσει «πελάτες» ούτε κάποια διαφήμιση γιατί δουλεύει αλλιώς… Με κυκλώματα που αν τους πάει και κανείς κόντρα το οξύ το έχουν στην τσέπη τους. Άλλωστε γι’ αυτό και μια εταιρεία με χιλιάδες υπαλλήλους μόνο στη θεσσαλονίκη «κρύφτηκε» σε ένα στενό της τούμπας όπου και χρειάστηκε να την ξετρυπώσουμε και να την εκθέσουμε στο ταξικό μας μένος.

Η συγκεκριμένη λοιπόν εταιρεία μόνο στο απθ έχει υπογράψει σύμβαση που ανέρχεται περίπου στο ποσό των 25 εκ € για την καθαριότητα και φύλαξη του ΑΠΘ. Πληρώνει ψίχουλα και βγάζει εκατομμύρια. Αυτό που ουσιαστικά πουλάει είναι φθηνούς, αναλώσιμους και φοβισμένους υπαλλήλους. Μια ακόμη καινοτομία της συγκεριμένης εταιρείας είναι η πληρης ελαστικοποίηση της εργασίας. Μεταφέρει τους υπαλλήλους από εργολαβία σε εργολαβία, μειώνει και αυξάνει ωράρια, δουλεύεις 8ωρο και φαίνεται ότι δουλεύεις 6ωρο κτλ. Το αφεντικό της ο γνωστός οικονομάκης αξιοποιησε πλήρως τους αντίστοιχους νόμους που θεσπίστηκαν από το πανελλήνιο σοσιαλιστικό κίνημα.

Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν αποφασίσαμε να δράσουμε συλλογικά ενάντια στην συγκεκριμένη εργολαβική εταιρεία  καταστρέφοντας τα γραφεία της στη θεσσαλονίκη. Το σάββατο το μεσημέρι 30 από εμάς διαλύσαμε τις υλικές υποδομές της οικολογικής θέλοντας να στείλουμε ένα συμβολικό μύνημα. Όπου και αν πάνε θα τους πολεμαμέ. Την οικολογική και όλα τα αφεντικά. Από τις καθημερινές κόντρες στο χώρο εργασίας μας, μέχρι τις απεργίες, τις διαδηλώσεις και τις άμεσες δράσεις όπως αυτή του σαββάτου στις 4 απρίλη.

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΙΣΘΩΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ ΚΑΜΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΜΕ ΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ


Απριλίου 7, 2009

out


Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.